Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Summertime Sadness...


Lyrics:

Kiss me hard before you go
Summertime sadness
I just wanted you to know
That, baby, you're the best

I got my red dress on tonight
Dancing in the dark in the pale moonlight
Done my hair up real big beauty queen style
High heels off, I'm feeling alive

Oh, my God, I feel it in the air
Telephone wires above are sizzling like a snare
Honey, I'm on fire, I feel it everywhere
Nothing scares me anymore

Kiss me hard before you go
Summertime sadness
I just wanted you to know
That, baby, you're the best

I've got that summertime, summertime sadness
S-s-summertime, summertime sadness
Got that summertime, summertime sadness
Oh, oh, oh

I'm feelin' electric tonight
Cruising down the coast goin' 'bout 99
Got my bad baby by my heavenly side
I know if I go, I'll die happy tonight

Oh, my God, I feel it in the air
Telephone wires above are sizzling like a snare
Honey, I'm on fire, I feel it everywhere
Nothing scares me anymore

Kiss me hard before you go
Summertime sadness
I just wanted you to know
That, baby, you're the best

I've got that summertime, summertime sadness
S-s-summertime, summertime sadness
Got that summertime, summertime sadness
Oh, oh, oh

I think I'll miss you forever
Like the stars miss the sun in the morning sky
Later's better than never
Even if you're gone I'm gonna drive (drive, drive)

I've got that summertime, summertime sadness
S-s-summertime, summertime sadness
Got that summertime, summertime sadness
Oh, oh, oh

Kiss me hard before you go
Summertime sadness
I just wanted you to know
That, baby, you're the best

I've got that summertime, summertime sadness
S-s-summertime, summertime sadness
Got that summertime, summertime sadness
Oh, oh, oh

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Σαν ένας πίνακας που έμεινε στη μέση



Απ' το παράθυρο κοιτώ την βραδινή φορεσιά του απέραντου ουρανού. Να, μόλις τώρα διέκρινα την Μεγάλη Άρκτο και την Κασσιόπη με το ακανόνιστο σχήμα "W" που σχηματίζουν πέντε από τα αστέρια της. "Πόσο απέραντος να είναι ο γαλαξίας μας;" αναρωτιέμαι ψιθυριστά και εντοπίζω την Μικρή Άρκτο. Μοιάζουν τα εκατομμύρια αστέρια με μικρά κομμάτια παζλ που θαρρείς πως ο Θεός τα άφησε διασκορπισμένα για να τα συναρμολογούν οι άνθρωποι κάτι τέτοιες άσκοπες νύχτες που το μυαλό αρνείται να εφησυχαστεί...

Κι ενώ ξεκινάς να μετράς τα αστέρια, να τα ενώνεις μεταξύ τους δημιουργώντας άλλοτε γεωμετρικά κι άλλοτε ακανόνιστα σχήματα, κάπου σταματάς. Μπερδεύεσαι, ίσως και να κουράζεσαι. Μετά συνεχίζεις γιατί είσαι άνθρωπος και οι άνθρωποι έχουν στη φύση τους την επιμονή, την υπομονή, το πείσμα και την οξυδέρκεια. Κάνεις μια παύση, παίρνεις βαθιές ανάσες, νιώθεις το οξυγόνο να γεμίζει τα πνευμόνια σου και με το ίδιο -ίσως και περισσότερο- κουράγιο συνεχίζεις από εκεί που έμεινες. Κάποια στιγμή σταματάς γιατί δεν έχεις άλλη υπομονή, κουράζεσαι να μετράς τ' άστρα, αφήνεις στη μέση τον ουράνιο καμβά με τα σχήματα που μόλις δημιούργησες και ξαπλώνεις. Σκέφτεσαι τι άφησες στη μέση, γιατί το άφησες ατέλειωτο, με ποιόν τρόπο θα μπορούσες να συνεχίσεις ώστε να τελειώσεις αυτό που άρχισες, να το τελειοποιήσεις!

Έτσι ακριβώς είναι οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους! Είμαστε περίεργα όντα, παράξενα πλάσματα που αναζητούν με πάθος ένα νέο πεδίο εξερεύνησης. Θέλουμε να εξερευνούμε τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας. Δημιουργούμε σχέσεις μαζί τους, άλλοτε συγχρονισμένες, γραμμικές, γεωμετρικές και άλλοτε ασυγχρόνιστες, ακανόνιστες που δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσουν. Κάπου μπερδευόμαστε, ίσως και να κουραζόμαστε γιατί δεν έχουμε μάθει να απλοποιούμε τα συναισθήματά μας, να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη. Όχι, μας εξιτάρει η αγωνία, ο εγωισμός, το άγνωστο. Μετά συνεχίζουμε γιατί είμαστε άνθρωποι και οι άνθρωποι έχουν στη φύση τους την επιμονή, την υπομονή, το πείσμα και την οξυδέρκεια. Κάνουμε μια παύση, ζητάμε χρόνο απ΄τους γύρω μας να μας αφήσουν για λίγο μόνους να ξεκαθαρίσουμε τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε, να πάρουμε βαθιές ανάσες, να αναπνεύσουμε τη στιγμή που νιώθουμε τη θηλιά γύρω απ' το λαιμό μας να στενεύει. 

Ύστερα νιώθουμε το οξυγόνο να γεμίζει τα πνευμόνια μας, καθαρίζει ο νους, ξεδιαλύνει τις σκέψεις και σου δίνει την ευκαιρία να αντιληφθείς το πόσο χαζά και εγωιστικά έχεις φερθεί! Μα να ζητάς χρόνο για να σκεφτείς τι; Αν θες να αναζητήσεις κάτι καινούριο; Αφού δίπλα σου βρίσκεται ό,τι αγαπάς! Τότε είναι που συνεχίζεις με το ίδιο -ίσως και περισσότερο- κουράγιο γιατί λες δεν μπορεί, πρέπει να δουλέψει αυτή η σχέση. Κάποια στιγμή σταματάς γιατί δεν έχεις άλλη υπομονή, κουράζεσαι να προσπαθείς μόνο εσύ, να μην βλέπεις τους στόχους σας που κάποτε ήταν κοινοί, να πραγματοποιούνται. Νιώθεις πληγωμένος, προδομένος απ' την αδιαφορία. Αφήνεις, έτσι, στη μέση ό,τι με κόπο και μόχθο δημιούργησες και ξαπλώνεις. Σκέφτεσαι τη σχέση που άφησες στη μέση, γιατί την άφησες ατέλειωτη, με ποιόν τρόπο θα μπορούσες να συνεχίσεις ώστε να τελειώσεις αυτό που με τόση αγάπη άρχισες, να το τελειοποιήσεις!

Με αυτή τη σκέψη αποκοιμιέσαι...Σςςς, κάνε ησυχία, αφήσου στον Ορφέα και ονειρέψου καινούριους γαλαξίες, καινούρια άστρα που θα δώσουν άλλη πινελιά στον ουράνιο καμβά που άφησες μισοτέλειωτο. Άστρα που δε θα σε προδώσουν, θα λάμπουν για σένα και ακούραστα θα σου φωτίζουν τον δρόμο...



"Πίνακας", αγαπημένο τραγούδι από το ανεπανάληπτο ελληνικό συγκρότημα "Πυξ Λαξ".

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Είναι οι αναμνήσεις που επανέρχονται


Κάθομαι στο περβάζι του παραθύρου μου. Από κάτω περνούν βιαστικά τα αυτοκίνητα, απρόσωποι περαστικοί διαβάτες κινούνται γρήγορα, μηχανικά σε μια ρουτίνα που τους ρουφάει, τους στραγγίζει την ψυχή. Μουντό το κλίμα κι ασήκωτο, πυκνά τα σύννεφα, γκρίζος ο ουρανός και οι πρώτες χιονονιφάδες δεν αργούν να πέσουν. Στα χέρια μου ένα καφετί χαρτονένιο κουτί που έχει φθαρεί με το πέρασμα του χρόνου! Μέσα βρίσκονται σκόρπιες φωτογραφίες, γράμματα, αφιερώσεις από παλιές φίλες κι από παλιά αθώα "φλερτ". Κάπου εκεί μέσα βρίσκεσαι σκορπισμένος κι εσύ. Μπορεί ό,τι ζήσαμε να ήταν λίγο, μα βλέπεις πάντα είχα τον χρόνο να αποθηκεύω τις αφιερώσεις που μου έστελνες, τα τραγούδια, τα ποιήματά σου! Ακόμα και μερικές εκτυπωμένες φωτογραφίες σου που συνήθιζα να κρατώ στην αγκαλιά μου τα κρύα βράδια που μου έλειπες κι έβλεπα το πρόσωπο σου, κοίταζα μέσα απ' τα κατάμαυρα μάτια σου, γέλαγα απ' το χαμόγελό σου...

Σ' αυτό το χαρτονένιο κουτί προστατεύω τις αναμνήσεις μου, όσες αποτυπώθηκαν σε χαρτί. Οι υπόλοιπες παραμένουν ανεξίτηλες, χαραγμένες στο μυαλό. Δεν έχω οργανωμένες τις φωτογραφίες με σειρά – πώς άλλωστε να οργανώσεις τις αναμνήσεις; Μα σκόρπιες και ανάκατες μπλέκονται στο κουτί, όπως και στο νου μου. Κλέινω τα μάτια και διαλέγω στην τύχη μια ανάμνηση, μια φωτογραφία που θα μου χαρίσει για μερικά λεπτά λίγη απ' την περασμένη λάμψη της. Η φίλη μου η Μαρία κι εγώ, χαμογελαστές στην σχολική εκδρομή στο Παρίσι, εφτά χρόνια πριν! Τη θυμάμαι εκείνη την μέρα! Κουρασμένη όλη η παρέα απ' το επιτακτικό πρόγραμμα που μας ήθελε να γυρνάμε εδώ κι εκεί θαυμάζοντας τα πανέμορφα παριζιάνικα αξιοθέατα, βρήκαμε ένα ελληνικό γυράδικο στη λατινική συνοικία του Παρισιού για να ικανοποιήσουμε την πείνα μας. Εκεί, λοιπόν, τραβήχτηκε η φωτογραφία. Χαμογελαστές κι οι δυο, αγκαλιασμένες, χωρίς καμιά έγνοια, κανένα ίχνος ανησυχίας. Και δεν ήταν από εκείνα τα χαμόγελα της μιας στιγμής, μέχρι να βγει η φωτογραφία. Ήταν αληθινά χαμόγελα ευτυχίας, συνοδευμένα με λάμψη στα μάτια και κατακόκκινα μάγουλα απ' την εφηβική έξαψη! 

Αφήνω για λίγο την φωτογραφία, φέρνω στο νου μου τις στιγμές που έζησα στο Παρίσι. Τόσο ξέγνοιαστες, τόσο αθώες, χαρούμενες, εφηβικές. Κοιτώντας το παριζιάνικο τοπίο απ' τον Πύργο του Άιφελ, ένιωθες πως σου ανήκει ο κόσμος όλος και το μέλλον είναι στρωμένο μπροστά σου..."Πώς άλλαξες τόσο;" ρωτάω τον εαυτό μου, μα απάντηση καμιά! Είναι από εκείνες τις στιγμές που αναρωτιέσαι άραγε το παιδί που ήσουν κάποτε, να είναι περήφανο γι' αυτό που έχεις γίνει; Ένα καυτό δάκρυ όλο παράπονο κυλάει στο δεξί μου μάγουλο, το καίει και μαζί καίει τα σωθικά μου. Κλείνω τα μάτια και διαλέγω ακόμα μια ανάμνηση, η οποία με τη σειρά της έρχεται να με αποτελειώσει. Εσύ, φορώντας ένα άσπρο μπλουζάκι με γκρίζα γράμματα χαμογελάς στον φακό. Εκείνο το χαμόγελό σου...Θυμάμαι εκείνη την νύχτα, ήταν από μια βραδινή σου έξοδο με φίλους! Σου είχα στείλει ηλεκτρονικά φιλάκια, σου ευχήθηκα να περάσεις καλά και συνάμα σου είπα: "πιες και κανα ποτάκι για μένα"!! Το θυμάσαι; Συνηθίζαμε να τα λέμε αυτά ο ένας στον άλλο για να μην ξεχνιόμαστε, να μένει η εικόνα μου στο νου σου, να μένει η εικόνα σου στο νου μου και να πίνουμε την τελευταία γουλιά απ' το ποτό μας στην υγειά μας. Εγώ ουίσκι με πάγο, κι εσύ βότκα! Και δώστου εγώ πειράγματα επειδή όντας κορίτσι, μου άρεσε το ουίσκι ενώ εσύ δεν το άντεχες! 

Γελώ, φέρνω στο μυαλό μου μερικές απ' τις εκατοντάδες συζητήσεις που είχαμε και γελώ! Κοιτάζω την φωτογραφία σου, μου γελάει κι αυτή. "Ζωή μου" ψιθυρίζω και βουρκώνω...Έτσι συνήθιζα να σε φωνάζω. Γιατί ήσουν η ζωή μου, το ένιωθε όλο μου το "είναι" πως ήσουν η ζωή μου...Φέρνω στο νου μου τα τελευταία σου λόγια. Σκληρά, ανυποχώρητα, εγωιστικά εμποτισμένα με αλαζονεία. Βουρκώνω πάλι, μα αυτή τη φορά τα μάτια μου δεν είναι δυνατός φράχτης και δεν μπορούν να συγκρατήσουν το χείμαρρο των δακρύων μου! Στάζουν ποταμούς τα μάτια, τρέχουν τα δάκρυα κι εγώ με βλέμμα κενό κοιτάω τις χιονονιφάδες που πέφτουν και πυκνώνουν, και στοιβάζονται στο δρόμο, στο υγρό πεζοδρόμιο, στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Πονεμένα, οργισμένα ρίχνω μια τελευταία ματιά σε σένα. Σε κοιτάω κι εγώ τώρα όπως με κοιτάς. Άρχισε να στάζει η ψυχή μου πάνω στο πρόσωπό σου. Σε πέταξα μακριά, μην σε μουσκέψω και σε χάσω ξανά...Παλεύει όλη μου η ψυχή μέσα μου να βγει απ’ τα μάτια μου, να παλέψει με τις αναμνήσεις που έχω μπροστά μου. Πέταξα το κουτί απότομα πιο πέρα, σκόρπισαν οι αναμνήσεις εδώ κι εκεί. Τις άφησα να περιφέρονται αγκαζέ με τον αέρα μέσα στο δωμάτιο. Ας πάνε...Σ’ εμένα να μην έρθουν, αυτό θέλω μόνο...

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Να κοιμάμαι στην αγκαλιά σου...



Είναι φορές που μια γλυκιά κουβέντα κι ένα απαλό χάδι στο μάγουλο δεν είναι αρκετά. Είναι φορές που το μόνο που χρειάζεται ο οργανισμός σου είναι μια μεγάλη αγκαλιά. Να χωθείς στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, να σε αγκαλιάσει τόσο σφιχτά ώστε να μην σκέφτεσαι τίποτε άλλο, παρά μόνο πως αυτός είναι το τέλος κι αυτός η αρχή. Κι είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να σε νιώσω! Να κοιμάμαι και να σε νιώθω να με σκεπάζεις καλύτερα, να σε νιώθω να ανασαίνεις στην πλάτη μου καθώς κοιμάσαι κι εσύ. Να ξυπνάω νωρίτερα από σένα και να σε χαζεύω να κοιμάσαι σαν άγγελος. Να ξυπνάς και να με βλέπεις που σε κοιτάζω και να με παίρνεις αγκαλιά! 

Να με φιλάς στο μέτωπο και να μου λες «καλημέρα μικρό μου!». Να χαϊδεύεις τα χέρια μου και να σφίγγω εγώ τα δικά σου. Να με γαργαλάς γιατί ακόμα είμαι αγουροξυπνημένη, κι εγώ να σου φιλάω τον σβέρκο, γιατί σε ανατριχιάζει. Να γελάμε δυνατά και ξανά να φωλιάζουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κάτω από το πάπλωμα. Να περνάει έτσι η ώρα χωρίς να κουνιόμαστε. Να έχω το χέρι μου στο στήθος σου και να νιώθω πως κρατώ τους παλμούς της καρδιάς σου. 

Να με αρπάζεις και να με σηκώνεις από το κρεβάτι γιατί η ώρα πέρασε. Να καθόμαστε στον καναπέ αγκαλιά και να κάνουμε σχέδια για τη μέρα μας και να καταλήγουμε πάλι να πειράζουμε ο ένας τον άλλον. Να βάζεις ταινία να δούμε και εγώ να κοιτάω εσένα, όχι την οθόνη. Να μου χαμογελάς και να μη μου αφήνεις το χέρι, γιατί ξέρεις πόσο φοβάμαι τα θρίλερ! Να μπλέκονται τα δάχτυλά σου με τα δικά μου κι εγώ να σε φιλάω στη μύτη. Να με σφίγγεις στην αγκαλιά σου και να κοιτάς των ματιών μου το βάθος. Να μην ασχολούμαστε πλέον με την ταινία, αλλά ο ένας με τον άλλον. Να με περιμένεις να ετοιμαστώ και να μην παραπονιέσαι που δεν ξέρω ποιά μπλούζα να βάλω. Να περπατάμε χέρι-χέρι μέσα στη βροχή χωρίς ομπρέλα, για να πιούμε το καφεδάκι μας κι εσύ να με κοιτάζεις στα μάτια λες κι είμαι όλος σου ο κόσμος. Να νοιάζεσαι να μη βραχώ, κι ας σου λέω ότι δε με ενοχλεί η βροχή! 

Να αλλάζουμε γρήγορα ρούχα για να μην κρυώσουμε και να είμαστε πάλι αγκαλιά κάτω από το πάπλωμα, να μιλάμε για σένα, να μιλάμε για μένα, για σένα, για μένα, το «εσύ» και το «εγώ» να γίνονται ένα, να είναι ένα, να είναι αγκαλιά. Και πάλι μετά αμίλητοι να είμαστε αγκαλιά. Να μου λες να γυρίσω πλευρό για να με αγκαλιάσεις καλύτερα και πιο σφιχτά και να το κάνεις. Και να με ηρεμείς τόσο, που αποκοιμιέμαι στην αγκαλιά σου. Να μου λες καληνύχτα και να βυθίζεσαι κι εσύ στον ύπνο σου. Κοιμήσου. Να συναντηθούμε πάλι στα όνειρα. Και όταν ξυπνήσουμε, να κάνουμε τα ίδια...

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013




 Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.«Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;» Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα. Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς.Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα. 

~ Αλκυόνη Παπαδάκη ~
 Από το βιβλίο «Στον ίσκιο των πουλιών»


Τι φταις αλήθεια. Κανείς δε σου 'μαθε το δρόμο για το "εμείς". Και το χειρότερο, κανένας δε σε εκπαίδευσε να επενδύεις στο "εγώ". Σαν επαίτης εκλιπαρείς μπροστά στην πόρτα του "εσείς".Έσπασες αμέτρητες φορές τα μούτρα σου, προσπαθώντας ανάμεσα σε σκοτάδια ν' ανακαλύψεις το "εσύ". Σ' έπιασε πάντα πανικός στη θέα και στη σκέψη του "αυτοί". Και στην απελπισία, στο χαμό σου, φώναζε "Αυτός! Αυτός!"  Κι έπιασες ένα πιστόλι, να πολεμάς.Τι φταις! 

 ~ Αλκυόνη Παπαδάκη ~
Από το βιβλίο «Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή»


 

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Ραντεβού στα όνειρά μου...


Η στεγνή σου σιωπή, για ακόμη μια φορά, έκανε τις νύχτες μου να φαντάζουν εφιαλτικές. Ανύμπορη πλέον και κουρασμένη να αντιδράσω, μένω στο σκοτάδι να παραμιλώ. Να περιμένω, λες, για ακόμη λίγα λεπτά μήπως απαντήσεις στην τελευταία έκκληση, στην τελευταία κραυγή μου για σωτηρία από αυτή τη δίνη που με καταδίκασες να ζω; Μπα...Άδικος, χαμένος κόπος. Σ' ό,τι ξεγράφεις, δεν ξαναγυρνάς εσύ...Κατακρίνεις κάθε στιγμή αδυναμίας και μ' έναν πελώριο κυνισμό, μ' έναν αφόρητο εγωισμό διαγράφεις απ'το δεφτέρι σου άτομα, λόγια και στιγμές. Αλαζονεία, έπαρση, κομπασμός. Αυτός είσαι εσύ!

Λοιδωρείς ακατάπαυστα κάθε αγνό συναίσθημα και εκμαυλίζεις αθώες ψυχές, τις παρασύρεις μέχρι να δύσουν, μέχρι να σβήσουν...Θαρρώ, είναι θαμποί οι άνθρωποι, σιγά σιγά σκοτεινιάζουν. Στέκουν σε βρώμικες γωνιές, χωμένοι σε βούρκους. Επιτίθενται στις ψυχές τις ατόφιες, τις πιο λαμπερές. Τις διαλέγουν, τις τραβούν στον πάτο μαζί τους...Αυτός είσαι εσύ!

Τα φώτα στο δωμάτιο σβηστά, το κινητό χαρίζει γλυκιές μελωδίες και η ρομαντική φωνή του Φρανκ Σινάτρα δεν αργεί να ηχήσει στ' αυτιά μου. "Love is a many-splendored thing" αναφωνεί, κι εγώ μέσα στο σκοτάδι να ονειρεύομαι παρτιτούρες βγαλμένες από χρυσά σαξόφωνα, ασημένιες τρομπέτες. Φιγούρες βγαλμένες σαν από ταινία, με τζαζ μουσικό υπόβαθρο σε υγρά δρομάκια, κάτω από το φως του φεγγαριού και η ελαφριά ομίχλη να χαϊδεύει τα μάγουλα μας. Μα η ωμή πραγματικότητα δεν αργεί να με επαναφέρει στην παρούσα κατάσταση, στο εκτεταμένο βάσανο...Και εντείνεται ο πόνος, εντείνεται η απογοήτευση κι η απουσία σου σουβλίζει το είναι μου, καίει τα σωθικά μου. Η ίδια σουβλιά και στην καρδιά μου. Και στο μυαλό...

Ξαπλωμένη, προσπαθώ να διακρίνω το ταβάνι μέσα στο σκοτάδι, όπως ακριβώς προσπαθούσα να διακρίνω κάποιο ίχνος αγάπης, συμπόνιας σε σένα. Κάποιο ίχνος, ένα μικρούλι στοιχείο που θα μου αποκάλυπτε πως δεν μπορεί, το ίδιο θα νιώθεις κι εσύ. Μα εσύ είσαι σκληρός, δεν ξέρεις ν' αγαπάς. Κι αν κάποτε μ' αγάπησες, για λίγο ήταν και ξεχάστηκες. Το άρωμα της λεβάντας από το σεντόνι και το σκέπασμα με αγκάλιασαν στοργικά –κάτι θα έπρεπε να με αγκαλιάζει κι εμένα. Κι ενώ πασκίζω να κοιμηθώ, αδυνατώ! Οι σκέψεις συνεχίζουν να με καλούν σε νυχτωδία, μου μιλάνε και πώς να τις σταματήσω; Θα συνεχίσουν ακόμα κι αν κλείσω τα αφτιά μου. Δεν έχω όρεξη να ακούω το κήρυγμά τους, τις ακούω παθητικά. Θα πουν αυτά που έχουν και θα κοιμηθούν κι αυτές...

Απ' το παράθυρο ακούγονται τα ξενυχτισμένα αυτοκίνητα που περνάνε και σφυρίζουν μεθυσμένα. Φασαρία στην πόλη. Δεν αφήνει το μυαλό σου να σταματήσει και να ξεχάσει τα πάντα, έστω για λίγο. Πάντα σε θέλει εκεί, να θυμάσαι. Σε ζαλίζει με τη ζωντάνια και την κοινωνικότητά της, τα φώτα, τους ανθρώπους, τα αυτοκίνητα, τη φασαρία...Είναι από αυτές τις νύχτες που οι διαδρομές στα μονοπάτια της ζωής είναι έντονες, τόσο έντονες που σκέφτεσαι πως κρύβουν μέσα τους περισσότερα συναισθήματα από όσα μπορείς να αντέξεις. Αυτό. Εκεί σταματά η σκέψη σου κι ύστερα ίσως και να γλιστρήσουν κάποια δάκρυα, για να ξελαφρώσει η ψυχή σου απ’ το βάρος που κρατά. 

Δεν είναι κακό, ούτε και λάθος. Η δύναμη κάποιες στιγμές, σε κάποιες καταστάσεις, εξασθενεί γιατί σε καταβάλει ο φόβος. Μάλλον -πιο σωστά- επειδή τον αφήνεις να σε καταβάλει, μα κάπου κάπου πρέπει να αφήνεσαι, δεν νομίζεις; Να προσπαθείς όμως να κρατάς την αξιοπρέπειά σου, να κρατάς το κεφάλι ψηλά ό,τι και αν γίνει. Ψηλά για να κοιτάζεις τα αστέρια και να ταξιδεύεις, ψηλά για να ονειρεύεσαι, ψηλά γιατί στα σύννεφα μπορείς να περπατάς, να ξεμακραίνεις δίχως κόπο.

Περίεργο τούτο το βράδυ, γεμάτο ένταση. Βράδυ που αγκαλιάζει τις σιωπές και λιγοστεύει το φως του φεγγαριού για να αφήσει τις σκιές απόψε να χορέψουν. Εύχομαι όπου και αν σε βρίσκει το βράδυ αυτό να σου χαρίσει όνειρα γλυκά και ταξιδιάρικα. Έπιασε βροχή. Αφέθηκε ξανά ο ουρανός στην συννεφιά του, αύριο θα είναι πιο φωτεινός. Φίμωσα τον Σινάτρα, θα κουράστηκε για σήμερα. Ας πάει κι αυτός για ύπνο. Βόλεψα και το κορμί μου μέσα στα σκεπάσματα, μονάχα η καρδιά μου έμεινε με τον πόνο, το μυαλό μου με τις σκέψεις...Κλείνω τα μάτια. Τα σκεπάσματά μου φαίνονται ότι παίρνουν τη μορφή του χεριού σου, με αγκαλιάζουν. Τα κρατάω κι εγώ με όλη μου τη δύναμη, δε θέλω να χάσω το άγγιγμά σου πάλι. Ραντεβού στα όνειρά μου, όπως πάντα…

 "Ταξίδεψέ με, εκεί, ξέρεις! Στο άπειρο..."

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;


Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα μια νύχτα τόλμησες λίγο να βογκήξεις απ' το πρόωρο πάθος σου...Να στερηθείς για πολύ λίγο δυο από τα χέρια που ποτέ δεν σ'εγκατέλειπαν ή μάλλον τα μοναδικά δυο χέρια που ποτέ δεν σ'εγκατέλειπαν! Όχι για πολύ καιρό, έτσι για να τα ποθήσεις περισσότερο κι ύστερα να τρέξουν πάλι ν' αγκαλιάσουν -χωρίς τον παραμικρό θυμό- τον άσωτο υιό που και πάλι ξαναγύρισε...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα η καρδιά σου κάποιο καλοκαίρι ξεστράτισε λίγο απ' τη συνηθισμένη βαρετή σου μοναχική φεγγαρόβολτα και αναζήτησε μάλλον επιπόλαια μια συντροφιά κι ένα ξένο απ' το δικό σου σώμα...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα τα μάτια σου πρόδωσαν κάποτε εκείνο το καλά κρυμμένο ευαίσθητο κι αδύναμο κομμάτι του εαυτού σου και συγκίνησαν την γενναιόδωρη Σελήνη κι Εκείνη έλαμψε μ' όλο της το φως και μ' έκανε έτσι απλά να σ' αγαπήσω...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα τα χείλη σου τόλμησαν κάποτε να ξεστομίσουν πως τάχα όλα όσα έκανες τόσα χρόνια ήταν να περιμένεις κάποια να σ'αγαπήσει αληθινά, παντοτινά για όλα όσα μπορείς κάποτε να είσαι και κυρίως για όλα όσα ήδη είσαι...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα εκείνο το ανόητο, το μαγεμένο από την ευσυγκίνητη Σελήνη κορίτσι σ' ερωτεύτηκε στ' αλήθεια... Μονάχα τα δυο χέρια της δεν σ'εγκατέλειπαν ποτέ, μονάχα τα δυο χέρια της δεν σ'εγκατέλειψαν ποτέ...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Τι ξέρεις εσύ από "Μου λείπεις" κι από εκείνη την ατέρμονη νυχτερινή συμφωνία λυγμών. Τι ξέρεις απ' τη στέρηση, τη βίωση της αιώνιας απουσίας...Τι ξέρεις εσύ από αναμονές επάνω από τηλέφωνα, τι ξέρεις από ατέλειωτες, μάταιες βόλτες κάτω από ένα σπίτι μες στην παγωνιά;

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να σε τρυπάει η βροχή και να μην τα παρατάς γιατί μπορεί και να τον δεις να βγαίνει λίγο στο μπαλκόνι ή ίσως κατεβεί στο περίπτερο ν' αγοράσει καπνό ή ίσως γυρίζει σπίτι από την βραδινή του βόλτα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να ξέρεις απ' έξω τον αριθμό του καλύτερα κι απ' τον δικό σου και κάθε μέρα μηχανικά να τον πληκτρολογείς χωρίς ποτέ τελικά να παίρνεις τηλέφωνο...Μάταιες πιέσεις ασήμαντων κουμπιών κι αριθμών που υπενθυμίζουν ίσως την τόσο μάταιη -πλέον- ύπαρξή σου...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να μετράς τις μέρες μέχρι να υπάρξει κάποια που θα βρεις αφορμή να του μιλήσεις και σ'εκείνη την μια μάλλον ασήμαντη λέξη του, εσύ ν' ακούς όλους τους στίχους κι όλα τα ποιήματα και να ψάχνεις όλη την νύχτα για τυχόντα υπονοούμενα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να 'χει περάσει τόσος καιρός κι αντί να απαμβλύνεται, να θεριεύει μέσα σου ακόμη χωρίς καμιά παραμικρή φθορά αυτός ο απαράμιλλος έρωτας, αυτό το ακαταμάχητο σκίρτημα, αυτή η γεύση από το σώμα του, αυτή η μυρωδιά από το λαιμό του...Και να σε παίρνουν για ανόητη που ακόμη δεν ξεπέρασες, χωρίς να υπολογίζουν πως θα 'σουνα τρελή αν ξεπερνούσες τ' αξεπέραστα...

Τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Να φοβάσαι κάθε μέρα μήπως ξεχάσεις, και να τρέμεις όταν με δυσκολία μπορείς να θυμηθείς τον ήχο της φωνής του και να πεθαίνεις δεκαεννιά φορές εκείνες τις τρομακτικές κοφτερές στιγμές που δεν μπορείς με τίποτα να φέρεις στο μυαλό σου ποιό ήταν εκείνο το κρυστάλλινο αβάσταχτο χρώμα των ματιών του...

Μα τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Μονάχα για ταπεινά πράγματα ξέρεις να μιλάς πίσω απ' τον μανδύα του ειρωνικού του "μεταξύ-σοβαρού-κι-αστείου" που σε σκεπάζει...Και στ' όνομα μιας ειλικρίνειας μονάχα ξέρεις να ξεστομίζεις τα χειρότερα και τ' αδικότερα, τους μικρούς φθόγγους κυνισμού που κρύβεις ανεξέλεγκτα κάτω απ' το παλτό σου...

Μα...τι ξέρεις εσύ από έρωτα;

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013