Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Το Μονόγραμμα ~ Οδυσσέας Ελύτης




Θά πενθώ πάντα - μ’ακούς; - γιά σένα,

μόνος, στόν Παράδεισο




Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός 

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.



Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.



Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.



Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.



Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.



Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !

VII.



Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.

Ένας χωρισμός.


Πριν σε αγαπήσω, τίποτα δεν ήταν δικό μου
όλο βωλόδερνα στους δρόμους
τίποτα αξία κι όνομα δεν είχε

έλπιζε ο κόσμος μόνο στον αέρα.
Είχα γνωρίσει σταχτερά σαλόνια,
τούνελ κατοικημένα απ' το φεγγάρι,
στέγαστρα άπονα που αποχαιρετιόνταν,
ερωτήσεις που επέμεναν στην άμμο.

Βουβά ήταν όλα, πεθαμένα κι άδεια,
πεσμένα, ξεπεσμένα κι αφημένα,
ήταν αναλλοτρίωτα όλα ξένα

  Όλα ήταν κανενός κι όλα των άλλων,
ώσπου η φτώχεια σου κι η ομορφιά σου
γέμισαν το φθινόπωρο με δώρα.


~Νάσος Βαγενάς~

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η ουτοπική μας ευτυχία...

Γιατί της έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
Και γιατί του έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
Αφού αυτός πήγε ανατολικά
Αυτή πήγε δεξιά.
Και ζήσαν κι οι δύο...

~Οδυσσέας Ελύτης~ 


«Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δυο χέρια. Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαιδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις.»

~Θανάσης Βέγγος~ 

 

«Εκείνη την νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δεν βρήκε πουθενά να καρφωθεί.»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Όσα δε ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Έχω κάτι σπασμένα φτερά. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό. Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες για ποιό ταξίδι ονειρευτό;»

~Κώστας Καρυωτάκης~

 

«Xτες και προχτές, όλη νύχτα, πασκίζαμε να μετρήσουμε τ΄άστρα. Και τα άστρα είναι τόσα, όση κι η καρδιά μας,
κι η καρδιά μας είναι πιο πολύ απ΄τ΄άστρα.»

~Γιάννης Ρίτσος~

 

«Κάποιος έριξε κάποτε στο νερό μια πέτρα, κάποιος από την απέναντι όχθη απάντησε την ίδια στιγμή γράφοντας ένα ποίημα, και οι δυο αγνοούν ο ένας τον άλλον και οι δυο ονειρεύονται το ίδιο ακριβώς όνειρο.»

~Σταμάτης Πολενάκης~

 

«Όμως...με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι. Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεμίσει αστροφεγγιές. Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα.»

~Οδυσσέας Ελύτης~

 

«Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη κι ας μην είναι όπως παλιά. Δε θα πει πως πέθανε η αγάπη. Κουράστηκε ίσως όπως κάθε τι που ανασαίνει.»

~Μιχάλης Γκανάς~

 

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ᾿ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων. Ή ένα θάνατο για τη ζωή των άλλων.»

~Τάσος Λειβαδίτης~


«Θα σου χαρίσω όλο το γαλάζιο του πελάγου. Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στα ανοιχτά; Για ένα ρίσκο;»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Άσε να κλαίω. Θέλω να έχω τη συνείδηση μου ήσυχη πως βασανίστηκα για όλα.»

~Κική Δημουλά~


«Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Πώς αφήσαμε τις ώρες και χάθηκαν. Προσπαθώντας απεγνωσμένα να κερδίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων.»

~Οδυσσέας Ελύτης~


«Εύχομαι να μου χρωστάς πάντα,εκείνο το μικροποσόν ενός χαδιού ακόμα...»

~Γιώργος Ποταμίτης~

 

«Δυο μήνες που δε σμίξαμε. Ένας αιώνας κι εννιά δευτερόλεπτα.»

~Γιάννης Ρίτσος»

 

«Αφού έζησα όλο το μαρτύριο της ελπίδας. Έφτασα στο πιο απάνθρωπο έγκλημα. Να πιστέψω στους ανθρώπους.»

~Τάσος Λειβαδίτης~

 

«Ναυάγησε ολόκληρη η ζωή μου. Τι κρίμα. Κι ήταν, σχεδόν, δυο βήματα η στεριά.»

~Αλκυόνη Παπαδάκη~

 

«Μες στη μέση τής θάλασσας. Από το μόνο θέλημα τής αγάπης, μ' ακούς; Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς;
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει- ακούς; ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει- ακούς;
Είμ' εγώ πού φωνάζω κι είμ' εγώ πού κλαίω, μ' ακούς;
Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς;
»

~Οδυσσέας Ελύτης~

 

«Φοβούμαι μήπως συνηθίσω έτσι πάντα από μακριά να σ΄αγαπώ.»

~Γιώργος Σεφέρης~

 

«Επειδή κλαίω ακόμα στα κρυφά, καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα καιρών τ'ουρανού σκοτεινών. Τόσο, που αν πας εκείνη τη στιγμή να με αγκαλιάσεις πασαλείβεσαι άστρα.»

~Οδυσσέας Ελύτης~


 


 

 

   


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Blue mood...


Καθισμένος στη βεράντα κοίταζε τα αυτοκίνητα να διασχίζουν το δρομάκι από κάτω. Ήταν από εκείνα τα καλοκαιριάτικα βράδια που απλά δεν έχεις όρεξη να βγεις, να βρεθείς αντιμέτωπος με την οχλαγωγία στα μπαράκια και στις καφετέριες. Απ’το στερεοφωνικό ακούγονται οι μελωδίες ενός τοπικού ραδιοσταθμού...‘‘Το επόμενο τραγούδι το αφιερώνει ο Κώστας στην Δάφνη για την πρώτη τους επέτειο’’, λέει με βαθιά ψιθυριστή φωνή η ραδιοφωνική παραγωγός της εκπομπής.

Σκέφτεται τη δική τους επέτειο. Αυτόματα - μπορεί και ασυναίσθητα - ανάβει τσιγάρο. Όχι την επέτειό του με το Μαράκι. Πάνε τώρα τρία χρόνια που ’ναι μαζί. Καλή κοπέλα το Μαράκι, ήσυχη, αν μη τι άλλο αποφεύγονται οι καβγάδες. Συμβιβασμός, η κατάλληλη λέξη! Έχει ήδη γνωρίσει τους γονείς της, τον τελευταίο χρόνο μένουν μαζί, το πάνε για σοβαρό σκοπό. 

Αυτός, όμως, θυμάται την άλλη επέτειο. Πάνε τώρα εφτά χρόνια. Πώς μπορεί, λες, ένας εφηβικός έρωτας να στιγματίσει τη ζωή δυο ανθρώπων; Μπορεί! Όταν μένεις με τη γεύση του ανεκπλήρωτου, με το γιατί, ‘‘γιατί να μπουν ανάμεσά μας, να μας χωρίσουν με το έτσι και το θέλω;’’ Τότε στιγματίζεται η ζωή σου, ξορκίζεις κάθε τόσο φαντάσματα του παρελθόντος. Κι έτσι έγινε δυο βδομάδες πριν, όταν τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σ'ένα μπαράκι, κάτω απ’τους ήχους του Θηβαίου, των Πυξ Λαξ...Αυτός πήγε να δει έναν φίλο του που τραγουδούσε εκεί, εκείνη ήρθε για ποτό με έναν ‘‘κάποιο’’. Να ’ναι η νέα της σχέση; Ποιός ξέρει...

Πίνει μια γουλιά απ’την παγωμένη λεμονάδα, ανάβει άλλο ένα τσιγάρο και βυθίζεται ξανά στις σκέψεις. ‘‘Ηλεκτρισμός’’, ψιθυρίζει. Έτσι ένιωσε μόλις την αντίκρυσε. Κι εκείνη το ίδιο. Δεν σταμάτησαν να κοιτάζονται ούτε λεπτό, δεν χόρταινε ο ένας τον άλλον. Κάποια στιγμή ο ‘‘άλλος’’ πήγε στο αποχωρητήριο και τότε εκείνη πήγε στο τραπέζι του, κάθισε, τον ρώτησε τι κάνει, πώς περνά. Κοιταζόντουσαν τόσο έντονα, που θαρρείς σπίθες πετάγονταν απ'τα μάτια τους. Κι όταν στερέψανε απ’τα τυπικά ‘‘τι κάνεις, είσαι καλά, κλπ’’, απλά κοίταζε ο ένας τον άλλον. Το Μαράκι ευτυχώς δεν ήταν εκεί, δεν μπορούσε να παρευρεθεί. Κάποια στιγμή επιστρέφει κι ο ‘‘άλλος’’. Eκείνη του λέει ‘‘πρέπει να φύγω, καληνύχτα’’. Αυτός κουνά καταφατικά το κεφάλι του, δεν απαντά.

Επιστρέφει στο τραπέζι της, κάνει πως μιλά, πως γελά με τα αστεία του ‘‘άλλου’’, κάνει πως διασκεδάζει. Μα οι κρυφές ματιές συνεχίζονται. Κάποια στιγμή σηκώνονται, καληνυχτίζουν τα παιδιά εκεί στο μπαρ και φεύγουν. Μια ανεξήγητη ζήλια τον κυριεύει και δεν ξέρει το γιατί. ‘‘Λογικό είναι να συνεχίσει τη ζωή της’’, σκέφτεται. Αλλά εξακολουθεί να ζηλέυει. Άλλωστε η σχέση τους, η αγάπη τους, ο έρωτας τους ήταν από εκείνους που μια φορά τους ζεις. Που τα δίνεις όλα για όλα, και μετά στις επόμενες σου σχέσεις απλά συμβιβάζεσαι. Πώς ήταν εκείνη η ταινία με τον Ryan Gosling; ‘‘The Notebook’’. Έτσι ακριβώς ήταν η ζωή τους, έτσι είχαν χωρίσει. Ίσως να είναι ο πόθος του ανεκπλήρωτου...

Βυθίζεται ακόμα παραπάνω στις σκέψεις...Μια βδομάδα μετά, αφότου την είδε, του έστειλε μήνυμα στο κινητό. Του είπε πως τον αγαπά ακόμα, πως ρισκάρει τα πάντα για εκείνον. Του ζήτησε, ακόμα, να της πει πως αυτός δεν είχε νιώσει τίποτε την νύχτα που την είδε για να κλείσει αυτό το κεφάλαιο, πως δεν ήθελε να την φιλήσει, πως, πως, πως...Ταράχτηκε, δεν το περίμενε. Κρυφά απ'το Μαράκι, της απάντησε. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί πως δεν ένιωσε τίποτε απ' όλα αυτά. Θα ’ταν ψέμα, άλλωστε, γιατί τα ένιωσε. Το μόνο που έκανε ήταν να την ρωτά ‘‘το μετά’’, τι μέλλον θα ’χει η σχέση τους. Τελικά της είπε να το αφήσουν ως εδώ γιατί θα μπλέξουν και δεν το θέλει...

Ανάβει το τελευταίο τσιγάρο για απόψε. Συμβιβασμός. Τα τελευταία τρία χρόνια είναι συμβιβασμός. Το αγαπάει το Μαράκι...Όχι, όμως, στο βαθμό που αγάπησε εκείνη...

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Λένε πως...


Λένε πως όπου ανθίζει ο εγωισμός, πεθαίνει η αγάπη επιτόπου. Σε μια τόση δα στιγμή βρέθηκα εκτός χρόνου και τόπου κρεμασμένος, μόνο λόγια και υποσχέσεις που σβήστηκαν πριν γυρίσουν τα ρολόγια. Είδα οι σχέσεις πόσο είναι δυνατές και πώς αρκούνε δυο κουβέντες να τις σβήσουν, θεατές να μ 'αντικρίσουν σε μια ώρα που είναι δύσκολη. Δεν καίγομαι, είμαι άνθρωπος και εγώ, όσο και να μην το θέλω θα με δεις να φλέγομαι στο μέσο τις καρδιάς. Εκ των έσω όταν μιλάς θέλω να νιώσεις ό,τι πεις, να πάρεις πίσω μην ζητάς όταν απλώσεις για να δώσεις. Φροντίζω να μην ραγίσει το γυαλί γιατί μετά θα έχει σίγουρα επιπτώσεις στην αυγή και με το πρώτο καλημέρα είδα τα όνειρα μου σκόρπια να γυρνάν και μου κόψανε τον αέρα απευθείας. Τα καταφέρνω μα είναι δύσκολα τα αισθήματα να παίρνουνε ανάσα με τα βίας.


Λένε πως όπου μένει μυρωδιά ενός αρώματος και το οικείο βλέμμα ενός ξένου πια προσώπου, ότι ο χρόνος σου ζητά να επιστρέψεις όσα με τα δάκρυα σου ζητούσες ενώπιον του. Λένε πως όπου κάποιος ζητάει με εγωισμό ότι δη του ανήκει για πάντα να κάνει δικό του, ότι όλα αυτά που είχε επιζητούν πίσω κάθε στιγμή και θα τον βρουν το βράδυ στο όνειρο του.



Λένε πως όπου ένα έρωτας πεθαίνει, μια ανάμνηση φυτρώνει την αγάπη, να ζεσταίνει μες στο κρύο, εκεί που κάθε μας πικρό αντίο κόβει λίγο απτό οξυγόνο τις ψυχής για να ανασαίνει. Γι' αυτό και σπρώχνω τους δείκτες απ' το ρολόι και αφού μοιάζει με ένα κτήνος που ακατάπαυστα τρώει όσο χρόνο μας είχε απομείνει δίχως πόνο, δεν γαμιέται ας πάει πιο γρήγορα για να τελειώνω. Και όπως έχει το πράγμα, έτσι να μείνει, μπας και αναστηθώ από τις στάχτες μου σαν φοίνικας και το παρόν μας το ταξίδι του να κάνει σαν μια βόλτα μεθυσμένοι από Γαλάτσι Κοζάνη, έτσι απλά μονάχα για ν' αλλάξω παραστάσεις. Και αφού σου ήταν τόσο εύκολο να με ξεχάσεις εγώ δε θα προσποιηθώ πως δεν υπήρξες, θα μείνω σαν σκισμένες σε τοίχο από live αφίσες.


Ραψωδός Φιλόλογος

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Famous love quotes







“I love you without knowing how, or when, or from where. I love you simply, without problems or pride: I love you in this way because I do not know any other way of loving but this, in which there is no I or you, so intimate that your hand upon my chest is my hand, so intimate that when I fall asleep your eyes close.”
Pablo Neruda


 “You've gotta dance like there's nobody watching, Love like you'll never be hurt, Sing like there's nobody listening, And live like it's heaven on earth.”
William W. Purkey


“You know you're in love when you can't fall asleep because reality is finally better than your dreams.”
Dr. Seuss


“I've learned that people will forget what you said, people will forget what you did, but people will never forget how you made them feel.”
Maya Angelou


“A woman is like a tea bag; you never know how strong it is until it's in hot water.”
Eleanor Roosevelt


“Only once in your life, I truly believe, you find someone who can completely turn your world around. You tell them things that you’ve never shared with another soul and they absorb everything you say and actually want to hear more. You share hopes for the future, dreams that will never come true, goals that were never achieved and the many disappointments life has thrown at you. When something wonderful happens, you can’t wait to tell them about it, knowing they will share in your excitement. They are not embarrassed to cry with you when you are hurting or laugh with you when you make a fool of yourself. Never do they hurt your feelings or make you feel like you are not good enough, but rather they build you up and show you the things about yourself that make you special and even beautiful.
Bob Marley


“If she's amazing, she won't be easy. If she's easy, she won't be amazing. If she's worth it, you wont give up. If you give up, you're not worthy. ... Truth is, everybody is going to hurt you; you just gotta find the ones worth suffering for.”
Bob Marley


“It is not a lack of love, but a lack of friendship that makes unhappy marriages.”
Friedrich Nietzsche


“There is never a time or place for true love. It happens accidentally, in a heartbeat, in a single flashing, throbbing moment.”
Sarah Dessen 


“I am nothing special, of this I am sure. I am a common man with common thoughts and I've led a common life. There are no monuments dedicated to me and my name will soon be forgotten, but I've loved another with all my heart and soul, and to me, this has always been enough..”
Nicholas Sparks 


“People think a soul mate is your perfect fit, and that's what everyone wants. But a true soul mate is a mirror, the person who shows you everything that is holding you back, the person who brings you to your own attention so you can change your life.

A true soul mate is probably the most important person you'll ever meet, because they tear down your walls and smack you awake. But to live with a soul mate forever? Nah. Too painful. Soul mates, they come into your life just to reveal another layer of yourself to you, and then leave.

A soul mates purpose is to shake you up, tear apart your ego a little bit, show you your obstacles and addictions, break your heart open so new light can get in, make you so desperate and out of control that you have to transform your life, then introduce you to your spiritual master...”
Elizabeth Gilbert


“The real lover is the man who can thrill you by kissing your forehead or smiling into your eyes or just staring into space.”
Marilyn Monroe


“A lady's imagination is very rapid; it jumps from admiration to love, from love to matrimony in a moment.”
Jane Austen


“Well, now
If little by little you stop loving me
I shall stop loving you
Little by little
If suddenly you forget me
Do not look for me
For I shall already have forgotten you

If you think it long and mad the wind of banners that passes through my life
And you decide to leave me at the shore of the heart where I have roots
Remember
That on that day, at that hour, I shall lift my arms
And my roots will set off to seek another land”
Pablo Neruda


“You are my best friend as well as my lover, and I do not know which side of you I enjoy the most. I treasure each side, just as I have treasured our life together.”
Nicholas Sparks


“I have found the paradox, that if you love until it hurts, there can be no more hurt, only more love.”
Mother Teresa


“This above all: to thine own self be true,
And it must follow, as the night the day,
Thou canst not then be false to any man.”
William Shakespeare


“Love is a fire. But whether it is going to warm your hearth or burn down your house, you can never tell.”
Joan Crawford


“Every heart sings a song, incomplete, until another heart whispers back. Those who wish to sing always find a song. At the touch of a lover, everyone becomes a poet.”
Plato


“There is always some madness in love. But there is also always some reason in madness.”
Friedrich Nietzsche 


“A guy and a girl can be just friends, but at one point or another, they will fall for each other...Maybe temporarily, maybe at the wrong time, maybe too late, or maybe forever”
Dave Matthews Band



 

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα...


Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

~Μανώλης Αναγνωστάκης

Όταν η ποίηση γεμίζει τα κενά...

« Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω- αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη , για τα μάτια όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου, ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου, οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου, ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν εις όποιο θέμα κι’αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.» 

~ Κ.Π Καβάφης 



«Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι, Χωρίς να πας να κόψεις το μεσημέρι Σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς Πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους, Χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι Που ίσως άλλοι δε θα δουν να χρυσίζει, Που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει Σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου, Χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις Απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου, Καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου, Και από τότε είμαι, γιατί εσύ είσαι, Και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε, Και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.»

~Πάμπλο Νερούδα 



« Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω Λίγη δροσιά μιλούν κ’εγώ χορεύω Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου Ο άνεμος φυσά που μας ακούει »

~Γιώργος Σαραντάρης



« Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με- όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη , κ’επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κ’αισθάνονται τα χέρια σαν ν’αγγίζουν πάλι. Επέστρεφε συχνά και παίρνε με τη νύχτα, Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…»

~Κ.Π Καβάφης 



« Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’αλλού φερμένο Δεν τ’αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς Είναι νωρίς μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου Να μιλώ για σένα και για μένα. Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, ακούς Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα , μ’ακούς Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ακούς Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ακούς Είμαι εγώ, μ’ακούς Σ’αγαπώ, μ’ακούς »

~Οδυσσέας Ελύτης


 

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Σιωπή.


Λένε ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Για σκέψου, και μόνο η φράση σε κάνει να πιστεύεις το αντίθετο. Ότι κάτι ζει για πάντα. Σαν την αγάπη λόγου χάρη. Η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ, είναι μέσα μας λένε.

Μα, η ελπίδα πεθαίνει στο τέλος. Απλά είναι η τελευταία στη σειρά. Ίσως για αυτό ο θάνατος της σημαίνει κάτι. Να σημαίνει άραγε το τέλος ενός δρόμου, την αρχή ενός τούνελ;

Κοιτάω το ταβάνι. Η τηλεόραση δείχνει από μόνη της. Μπα, βαριέμαι να κοιτάξω. Τι θ'αλλάξει δηλαδή; "Happy end" και αηδίες.

Ρωτάω πώς θα είναι οι μοναξιές μου σε ένα τριώροφο σπίτι. Μικρότερες λέω. Δεν μπορώ να το γεμίσω αυτό το σπίτι με σκέψεις, είναι πολύ μεγάλο. Σα να διαιρείς το 5 με το 10 και το 5 με το 100.

 Αλλά ξεκίνησα με την ελπίδα...