Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα ~ Μενέλαος Λουντέμης


Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Θα πρέπει να ’μουν θάλασσα...



Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
καθώς θυμάμαι καθαρά
ψάρια νεκρά, ναυάγια
σβησμένα φώτα να σπαράζουν στους βυθούς

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα -
βούλιαζε ένα φεγγάρι
στα μάταια νερά μου

Θα πρέπει να ‘μουν θάλασσα
θάλασσα κουρασμένη
δίχως ακτή το τέλος
το τέλος ν' ακουμπήσω.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Αγάπη...Θυμάσαι;



Σε μια ξένη πόλη, ούτε δική μου ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά κι απλά με ξαναβρήκες.
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
το θυμάσαι;

Την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε
και ταξιδεύαμε τη γη…νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό… αστέρι και σταθμός
θυμάσαι;

Βρήκες το πιο μακρινό αστέρι κι είπες να το γυαλίσουμε
να του φυτέψουμε μια λεύκα να μείνουμε για πάντα εκεί
θυμάσαι;

Όταν σου έδινα πορτοκάλι πήγαινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω.
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα την πίναμε μισή μισή
θυμάσαι;

Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι
για σένα βέβαια..
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ και μου ΄φερνες ένα κοχύλι
θυμάσαι;

Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός..
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ
θυμάσαι;

Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα
και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα.
θυμάσαι;

Θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο;
Σου χάρισα ένα μύλο να τον κρατάς γερά γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια.
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ
το θυμάσαι ακόμη;

Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες…κι έτρεξα και σε βρήκα
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο που μέτραγε ως τα χίλια
κι ένα τζιτζίκι και μια ζίνα κι ένα πουκάμισο άσπρο..
το θυμάσαι;

Και σου ‘μάθα να ζωγραφίζεις κάμπους και ποτάμια.
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα.
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο, κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα
θυμάσαι;

Και μου ‘μαθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια και χάρτινα κινέζικα πουλιά.
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή
να μην την ξέρει άλλος.
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι
τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή;

Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε
τη σαντιγί , τον ήλιο, τις αϋπνίες, την παλίρροια, το σκούρο μπλε
τα θυμάσαι όλα;

Ό,τι δεν χώραγε στις λέξεις το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες.
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε;
Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας
το θυμάσαι;
Κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο.
Θυμάσαι πότε;

Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια κι όταν μας τέλειωσαν
αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια.
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο
θυμάσαι;

Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας ένας και πολλοί μαζί.
Χωρίζαμε για λίγο μόνο γιατί αλλιώς πως θ’ ανταμώναμε ξανά;
Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή κάτι τεράστια γράμματα
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια.

Μια φορά όμως που άργησες πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας
που κράτησε όσο πέντε.
Κι όταν τέλειωσε ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς
και δεν μπορούσες να γυρίσεις.
Έμεινες μακριά και μου ΄γραψες
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος…

Μπορεί…
όμως..
τα πιο ωραία μας ταξίδια
δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη

Σε περιμένω…

Έλα

Θα μετρήσω ως το δέκα..

Άφησα να μην ξέρω ~ Κική Δημουλά



Tο κράτησα ώς τώρα αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ώς τώρα δυο λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ ποιας φωτιάς γιος είναι,
σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου

τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.

Mε το αίμα που μου δόθηκε για να τον εξηγήσω.


Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια

και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα κι έτσι τ' αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Aίνιγμα δανείστηκα,

αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω

πώς λύνεται ένα χθες,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,

ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.


Oύτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως

να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη

στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Kι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θα 'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Aπό τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.


Aναμάρτητη:

αξεδίψαστη.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Αναμονή ~ Μενέλαος Λουντέμης

 

 Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει
Και όμως περιμένει.

 

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

 

Αβάσταχτο είναι... Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ'ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

28 λέξεις κάθε ανάσα



Ψυχή βαθιά με τραμ περνάει μές στην πόλη και δε σαλεύει η θάλασσα, αιώνια αρματιά της λήθης. Θα ξεχάσουμε κάποτε ότι γεννηθήκαμε και τ’ όνειρο θα γίνει πέτρα.

Καρφί στο λυρισμό έγινε η ζωή μας και δε σαλεύει τ’ άστρο καθώς αθωότητα σημαίνει ό,τι έχουμε, δεν κατέχουμε, αφού διασυνδέσες τις οπές του τοίχου με βλέμμα ασύρματο.

Ας είναι μαύρος ο ουρανός και διάφανο το δάκρυ, δεν παύουμε να ελπίζουμε πως θα ξαναγυρίσουμε σε θέρος ιερό και χώμα πατημένο από ξυπόλυτα χρόνια και πρωτόγνωρες οράσεις.

Διασάλευσες το σώμα μου με χάρτη από σήψεις θαμμένες, για να ζήσουν σε ημερολόγια από δέρμα απάτητο και μάταια φυλαγμένο απ’ το κάλπικο αίμα της νύχτας που προδώσαμε.




Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Χορός με τη σκιά μου ~ Μάνος Χατζιδάκις


Το βράδυ σπίτι μου γυρίζω
κυνηγημένη σαν πουλί,
μες στα σεντόνια μου αντικρίζω
το θάνατο που με καλεί.

Κρύβω στα χέρια την καρδιά
παίρνω απ΄ τις πόρτες τα κλειδιά,
και προσπαθώ να του ξεφύγω
κρυφά σαν τα μικρά παιδιά.

Κυλώ σα δάκρυ στη σιωπή,
μέσα στου κόσμου τη ντροπή,
και σαν τα ρούχα μου ξεσκίζω
γυμνή μ΄ αρπάζει η αστραπή.

Στους δρόμους σύντροφο γυρεύω
μια μπάντα παίζει το ρυθμό,
σκίζω τους τοίχους και χορεύω
να βρω τον άγνωστο αριθμό.

Κοιτάω μ΄ ελπίδα μια φωτιά
που ανάβει έν΄ άστρο στο νοτιά,
άραγε να ΄ναι ΄κει το φως μου,
το φως ή η ατέλειωτη ερημιά.

Φοβάμαι του όχλου τη χολή
ένας τυφώνας με καλεί,
η αγάπη χάνεται στη μνήμη
κι εγώ χορεύω σαν τρελή.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Εγχειρίδιο ευθανασίας ~ Τάσος Λειβαδίτης (αποσπάσματα)

  

Απόδραση

Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ήμουν κάποτε αλλιώς.
Άλλοι αναζητάν να βρουν γιατί είμαι έτσι σήμερα.
Ποιός είμαι ή ποιός ήμουν;
Αναζητήσεις δίχως σημασία.
Το κέρδος είναι ότι τους ξέφευγα διαρκώς.

Βιβλίο ασκήσεων

Την πρώτη φορά που ενέδωσα,
σκέφτηκα ύστερα απελπισμένος να
πάω να πνιγώ.
Τη δεύτερη φορά μου αρκούσε
να κοιτάω απλώς τη θάλασσα.
Τώρα σιχαίνομαι ακόμα και το νερό.

Εκτός βολής

Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν,
νιώθω μιαν ανείπωτη αγαλλίαση που τους ξεγέλασα
γιατί εγώ είμαι καλά προφυλαγμένος στο πατρικό σπίτι,
πίσω από τον κομό,
εκεί που κρυβόμαστε για να κλάψουμε
χωρίς να μάθουμε ποτέ γιατί κλαίμε.

Φιλίες

Ας μη δεσμευτούμε, λοιπόν, μ’ επιστολές
η απόσταση μας χαρίζει ένα καινούριο πρόσωπο.
Κι ίσως όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου
ο ένας τον άλλον.
Έτσι, που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

Η λάμπα

Κάθε φορά που αρίζω να μιλώ,
ξέρω πως τίποτε δε θα πώ:
τα λόγια θα με προδώσουν,
ο χρόνος θα προσπεράσει,
οι άλλοι θα σταθούν αδιάφοροι έξω απ’ το σπίτι.
Ώσπου τέλος, δε θα ’μαι παρά κάποιος
που κρατώντας μια λάμπα,
πήγαινε από κάμαρα σε κάμαρα
φωτίζοντας τη λήθη.

Οδοιπορικό

Κι όταν αργότερα ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο,
εγώ δεν είχα πού να πάω - εκεί, λοιπόν, που βάδιζα
συναντάω κάποιον, ‘‘άκου να σου πω ένα παραμύθι’’ του λέω,
κι όταν τελείωσα, ‘‘ξέρω κι εγώ ένα’’ μου λέει.
Κι άρχισε κι εκείνος.
Και μόνο, καμιά φορά, πολύ σπάνια,
ερχόταν από μακριά η μελαγχολία της πραγματικής ζωής.

Ύπνος

Καμιά φορά τη νύχτα ξυπνάς, άξαφνα και κάθεσαι στην άκρη του κρεβατιού,
ανυπεράσπιστοι όπως πάντα όταν ξυπνάμε,
δεν έχεις επιθυμίες, ούτε συνέχεια,
είσαι ένας ξένος σ’ ένα ξένο σπίτι - ησυχία
κι οι ιστορίες που έζησες σχεδόν φανταστικές,
ενώ σ’ εκείνο που αρνήθηκες, ίσως εκεί βρισκότανε το σύνορο,
που κάθε βράδυ το διαβαίνουμε στον ύπνο...

Διαδρομή

Έτσι κι όταν σε διώχνουν, 
η πραγματικότητα γίνεται απίστευτα μακρινή
σα φανταστική,
κι ούτε θυμάσαι καν πώς κατέβηκες τη σκάλα,
πώς πέρασες το δρόμο,
πώς έφτασες ως εδώ -
όπως όταν σε οδηγεί, καμιά φορά,
μια αβάσταχτη μουσική από το χέρι.