Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου ~ Τάσος Λειβαδίτης



''Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω. Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ'' ( Το πουλί με τις αλήθειες)


''Ποιός ξέρει τι θα συμβεί αύριο, ή ποιός έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα, σε
όνειρα... Κι οι μέρες που σου λείπουν, ω Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
στον παράδεισο- συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
της νιότης μου, ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά να πάει που;
κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
ένας τον άλλον. Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο έναν κόσμο,
κι όταν θα πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ'ένα σωρό από φύλλα
ημερολογίου για να πάρω και το χρόνο μαζί μου. (Φύλλα Ημερολογίου)


''... Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. 
Κι αν έχασα την ζωή μου, την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα άυριο, όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας...
Κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν'
αγαπήσουν. (Άνεμος Νοεμβρίου)


''...Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου
μέσα σ'ένα άλλο όνειρο. Κι η Άννα όταν γελούσε ήταν σα να
σκόρπιζε γιασεμιά, φωτιζόταν για λίγο η νύχτα.
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.'' (Ο πρώτος στίχος)


 '' ...Θυμάσαι που  ψάχναμε απεγνωσμένα να βρούμε τον Θεό ή
ονειρευόμαστε ν'αγγίξουμε το μυστήριο ενός κοριτσίστικου απογεύματος,
κι ύστερα τα πένθη, οι θλιβερές επέτειοι, ένα χρώμα σταχτί στον
ουρανό...'' (Νύχτες αϋπνίας)


'' ...Για αυτό σας λέω μη ζητάμε περισσότερα κι αργότερα, άντρας πια,
καθόμουν πίσω απ' τα τζάμια και κοίταζα τα φώτα της
πόλης. έτσι γνώρισα το αναπότρεπτο των χωρισμών- τι θ'απομείνει
λοιπόν, τι θ'απομείνει από τόσες προσδοκίες, τόσους στεναγμούς;
ένα όνομα και δυο χρονολογίες χαραγμένες στην πέτρα που ο καιρός
θα τις σβήνει σιγά σιγά...'' (Νυχτερινή ευωδία)


''...γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ' τα παράθυρα δυνάμωνε  η
βροχή, κι ύστερα πιασμένοι απ' το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλλιά
σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα -
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε  τη
ζωή μας μ' εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ' άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροϊδεύουν - και γεμίζουν τα τετράδια τους με
ποιήματα για να μη χαθούν.
Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυάγιο...'' (Ώρα του λυκόφωτος)


''Καμιά φορά σκέφτομαι: τι θα 'κανα αλήθεια αν ξανάρχιζα τη ζωή
μου; Πάλι εδώ θα' φτανα, στην άκρη του κόσμου...
Ω Κύριε των μακρινών σταθμών που τους
διαβαίνουμε κάποτε μες στο όνειρο...
Ενώ ένας πλανόδιος οργανοπαίχτης στο δρόμο με μια λυπημένη μουσική
θα δωροδοκεί το δειλινό ν'αργοπορεί...
Κι ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα για να μάθεις κάποτε ποιος
είσαι...'' (Η ερώτηση)


''Κι άλλοτε ο πόνος μου γινόταν αφόρητος όταν σκεφτόμουν πως
κάποτε θα με ξεχάσουν (οι δικοί μου είχαν όλοι φύγει σιγά σιγά)
μια μέρα έφερα μια γυναίκα στο σπίτι, την έγδυσα και την έβαλα
να πει σιγανά το όνομά μου
έτσι γνώρισα όλες τις αμαρτίες...'' (Μικρή αυτοβιογραφία)


'' Μια νύχτα του καλοκαιριού, παιδί ακόμα, βγήκα απ'το σπίτι και
ξάπλωσα στον κήπο κι όπως κοίταξα τον ουρανό,
Θεέ μου, τι απεραντοσύνη, πόσα άστρα, μ'έπιασε πανικός.
Από τότε ξέρω πως δε θα προφτάσω.'' (Η στάχτη)


''...οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους
ξένους... κι η παιδικότητα: ένα ουράνιο σχόλιο στο αίνιγμα να υπάρχουμε.
Κι όταν κάποτε θα φύγω δε θα πάρω μαζί μου παρά λίγο βιολετί απ'
το δειλινό κι έν'άστρο από κάποιο παραμύθι.'' (Η αναχώρηση)


'' Λεπτομέρειες ασήμαντες που κάνουν πιο οδυνηρές τις αναμνήσεις
και τα χρόνια μας, βαλσαμωμένα πουλιά, μας κοιτάζουν τώρα με μάτια ξένα –
αλλά κι εγώ ποιος ήμουν; ένας πρίγκηπας του τίποτα
ένας τρελός για επαναστάσεις κι άλλα πράγματα χαμένα
και κάθε που χτυπούσαν οι καμπάνες ένιωθα να κινδυνεύει η ανθρωπότητα
κι έτρεχα να τη σώσω. Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό,
είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον.'' (Δειλινό)


'' Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ως τη λαιμητόμο ή έστω ως το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι. Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας.'' (Αιχμαλωσία)

 
'' Κι αργότερα, όταν με τόσες ελπίδες εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο
σπίτι κι αλλάξαμε θέσεις στα έπιπλα
είδαμε πως δεν κρύβεται το παλιό μεγάλο σφάλμα μας και πως τα
πράγματα έχουν μια δική τους μοναξιά
και μια δική τους δικαιοσύνη. Ανοίξαμε τότε το παράθυρο 
κι είδαμε τους γερανούς να περνούν.
Αλλά πoιο ήταν το σφάλμα μας; Ποτέ δε μάθαμε. Και μόνο καμιά φορά
μέσα σ' έναν εφιάλτη βρίσκουμε κάποια απάντηση
αλλά δε θέλουμε να την πιστέψουμε.
Προς τι λοιπόν τόσα όνειρα αφού όλα θα τελειώσουν κάποτε
και κανείς δεν ξέρει ποια θα 'ναι η κρίσιμη ώρα --
πράγματα που τ' ανακαλύπτεις όταν είναι πια αργά (πάντα ήταν αργά)
κι η ευωδιά ενός μαραμένου ρόδου είναι πιο τρομερή κι από 'να φάντασμα.
Κάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.'' (Οι γερανοί)


'' Από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος. Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα. Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες. Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.'' (Της εξοχής)


''Όταν μας έδιωξαν απ’ τον Παράδεισο η Μαρία έκλαιγε. Την
πήγα τότε στο αντικρινό ξενοδοχείο γιατί έπρεπε να συνεχίσουμε
τη ζωή. Όταν βγήκαμε βράδιαζε. Η Μαρία χάιδεψε την κοιλιά
της. «Υπάρχει κι η ελπίδα» είπε.
Η ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.'' (Η ελπίδα)


''Μια νύχτα καθώς κοιταζόμουν στον καθρέφτη τρόμαξα, "κι αν δω μέσα τον άλλον;" σκέφτηκα, γιατί είναι αλήθεια πως υπήρχε μια συγκεχυμένη ιστορία γύρω απ' το άτομό μου, λέγαν πολλά, τι να πρωτοπιστέψεις; Και συχνά ισχυρίζονταν ότι παραμιλάω ενώ απλώς κουβέντιαζα μ' αυτόν που κρύβεται μες στις σκιές.
Τέλος τα χρόνια πέρασαν, εγώ χάθηκα σε δύσκολους δρόμους, κοιμήθηκα σε βρώμικα δωμάτια και το πρωί άπλωσα τα σεντόνια στο παράθυρο σε μια παράδοση άνευ όρων. Και θυμάμαι παιδί που εκμυστηρευόμουν τα βράδια στη μητέρα πως στο σχολειό, στο ίδιο θρανίο, καθόμουν μ' έναν άγγελο."


''Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σ’ ένα αβέβαιο όνειρο.'' (Εκμυστηρεύσεις)


''Είμαστε αιχμάλωτοι μιας αλήθειας που χάθηκε κάπου εκεί στα
παιδικά μας χρόνια και ζήσαμε το απέραντο σε μικρές σκοτεινές κάμαρες και το τίποτα στις μεγάλες σελίδες της Ιστορίας...'' (Η τελευταία παρτίδα)

Κι αν δεν λέω τίποτα, είναι που δεν έχω κάτι να πω.



Ψάχνω από πού να πιαστώ. Νιώθω σαν να βυθίζομαι σε έναν αβυσσαλέο ωκεανό, παγωμένο, σκοτεινό. Κανένας ήχος, καμιά κίνηση τριγύρω. Πώς γίνεται να βρίσκεσαι ολομόναχος σε ωκεανό; Είναι ν' αναρωτιέται κανείς. Το πρόσωπό μου έχει παγώσει. Το μυαλό μου ψάχνει τρόπους επιβίωσης. Καταλαβαίνω πως το σώμα μου αιωρείται. Δεν το νιώθω, το βλέπω όμως. Είναι λες και ο άλλος μισός μου εαυτός παρακολουθεί το θέαμα από απέναντι. Προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, ποιά μοίρα με οδήγησε μέχρι εδώ και όντας αυστηρή, με τιμωρεί. Την ακούω να γελάει, μάλιστα! Το καταλαβαίνω στο τροπάριο που ευλαβικά ψέλνουν τα παγωμένα κύματα. Ο άλλος μισός μου εαυτός συνεχίζει να παρακολουθεί το παγωμένο μου κορμί να αιωρείται. Με παρατηρεί. Τα μάτια κλειστά, το σώμα μελανιασμένο, κάτασπρα είναι και τα άκρα μου. Ω, μα θα 'λεγε κανείς πως καμιά ψυχή δεν κατοικεί πλέον σ'αυτό το ερειπωμένο κορμί. Κι όμως... 

Μέσα μου νιώθω να χωρίζομαι σε δυο ίσα κομμάτια. Στο πρώτο κομμάτι που ατέρμονα βυθίζεται σ' έναν ωκεανό και ανήμπορο να αντιδράσει, υπομένει να λυτρωθεί από έναν από μηχανής Θεό. Και στο δεύτερο κομμάτι που παρατηρεί από απέναντι. Που βλέπει, νιώθει, καταλαβαίνει τον πόνο, την σύγχυση, τον φόβο αλλά δεν κάνει τίποτα. Κάθε άλλο. Υποσυνείδητα, σκέφτεται "στα 'λεγα εγώ". Να 'ναι λες η αιώνια μάχη μεταξύ "λογικής" και "καρδιάς"; Μεταξύ "καλού" και "κακού"; Του "πρέπει" και του "μη"... Και το έπαθλο; Ποιό είναι το έπαθλο για τον νικητή; Και ποιό το τίμημα για τον ηττημένο;

Κι εσύ; Εσύ, γητευτή των λέξεων. Σε φοβάμαι γιατί μοιάζεις με το δεύτερο κομμάτι του εαυτού μου. Με βλέπεις να εξασθενώ, να ζητώ έλεος και το διασκεδάζεις. Μπαινοβγαίνεις στα άδυτα της ψυχής μου με τόση άνεση, δεν οφείλεις ποτέ εξηγήσεις για τίποτα και σε κανέναν. Αλλά πάντα επιστρέφεις. Γιατί; Κι αν πασκίζω να σε καταλάβω, κι αν σε καταλαβαίνω ορισμένες φορές, τις πλείστες σε νιώθω τόσο μακριά. Σε ξέρω, ακόμη και αν δεν σε ξέρω. Χωρίς πώς και γιατί. Και σε φοβάμαι. Όμως με έλκεις κοντά σου κι εγώ είμαι ανήμπορη να αντισταθώ. Ξεπερνώ τα πάντα για εσένα - κάθε φραγμό, κάθε ήθος, όλες μου τις αξίες τις ισοπεδώνω.
 

Ποιά διαστροφή με έλκει σε εσένα όμως; Τι πόθος ανεκπλήρωτος είναι αυτός, και από πού πηγάζει; Μόνο αν σε δω θα καταλάβω. Μέχρι τώρα κοντά μου είχα μόνο τη σκιά σου. Τώρα θα έχω και τη μορφή σου. Γιατί εσένα τον ίδιο, δεν μπορώ να σε έχω - ούτε και θέλω. Καμία δεν μπορεί - δεν αυταπατώμαι, δεν διαφέρω. Κάποιες ήθελαν. Εσύ όμως όχι. Δεν μπορείς. Δεν είναι για εσένα αυτή η ζωή. Δεν σου ταιριάζει. Έχεις δεχτεί τη μοίρα σου να είναι βουτηγμένη στην ασυδοσία και απλά δεν σε νοιάζει. Απλά δεν αφήνεις τον εαυτό σου να νοιαστεί. Γιατί είσαι τόσο δειλός. Αυτή είναι η ευλογία, αλλά και η κατάρα σου.

Κι αν δεν ένιωσες ποτέ όλα όσα ένιωθα, σε συγχωρώ εγώ. Και σε λυπάμαι. Γιατί ξέρω πως η συγκίνηση από τα ανέκφραστά σου μάτια έχει πια χαθεί για πάντα. Και αν μου λες δεν πειράζει, εγώ σε πιστεύω. Γιατί αρέσκεσαι στην χαμέρπεια της ηδονής και του πόθου. Έτσι είσαι όμως, και αυτό δεν αλλάζει. Πάντα έτσι ήσουν ακόμη και αν το αρνιόσουν. Δεν σε μισώ. Τη νοσηρή σου ζωή, μόνο εσύ έχεις να την αντιμετωπίσεις. Και σε λυπάμαι, γιατί είσαι μόνος. Ελπίζω να μην το έχεις καταλάβει. Αν και κάποτε, όταν γυρνάς αργά το βράδυ στο άδειο σπίτι και ο Μορφέας σε αποστρέφεται τόσο, βίαια οι σκέψεις εισβάλλουν στην άδεια σου συνείδηση. Τι κι αν παλεύεις να τις διώξεις. Αυτές είναι εκεί. Μπροστά σου. Και αν κλείνεις τα μάτια, αυτές δεν χάνονται. Δεν υπάρχει κανένας κοντά σου να τις διώξει. Και το ξέρεις... Στις αναθυμιάσεις του καπνού που αναδύονται από κάθε σου κύτταρο και στο στιλπνό σου βλέμμα, κάπου διακρίνεις την αλήθεια. Όμως έτσι όπως είσαι, βουτηγμένος στο ψέμα, δεν την αντέχεις κοντά σου. Και τρέχεις, τρέχεις μακριά της, βρίσκοντας καινούργια ψέματα, σαν καλός παραμυθάς που είσαι. 

Κάποτε τα άκουγα τα ψέματά σου. Και πειθήνια σε ακολουθούσα. Γιατί οι μεγαλύτεροι παραμυθάδες ξέρουν πως οι γυναίκες πάντα αρέσκονται στο ψέμα. Στη γλυκειά πανάκεια που διώχνει μακριά καθετί κακό. Τώρα περπατάω στους ίδιους δρόμους που περπατούσαμε μαζί κάποτε. Σηκώνω το κεφάλι μου προς τη μεριά της δύσης, και αντικρίζω το ηλιοβασίλεμα που κάποτε στην αγκαλιά σου είχα νιώσει τη ζεστασιά σου. Νυχτώνει όμως τώρα κι εσύ είσαι μακριά. Προσπαθώ να θυμηθώ πόσο όμορφα ήταν όλα πριν από εσένα. Και μάντεψε. Στη φρεναπάτη του θροΐσματος δεν ακούω τη φωνή σου πια. Κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις σκιές του ίδιου ήλιου, στα ίχνη των παλιών βημάτων μας, τα κατάφερα. Είσαι μακριά κι εγώ είμαι καλά. Τις πλείστες φορές, τουλάχιστον...

Βλέπεις; Είμαι και εγώ καλή στα παραμύθια. Έμαθα από τον καλύτερο. Κάποτε νόμιζα πως σε είχα, όμως και αυτό μια ψευδαίσθηση ήταν. Για να έχεις κάτι πρέπει να μπορείς να το ορίσεις, και αυτό με εσένα δεν το κατάφερα ποτέ ... Λένε πως ό,τι δεν συνέβη ποτέ, δεν το ποθήσαμε αρκετά. Μα ό,τι δεν μπορούμε να έχουμε, ποθούμε περισσότερο. Το ανικανοποίητο, αυτό που είσαι καταδικασμένος να βλέπεις πάντα μπροστά σου αλλά να μην το κρατήσεις ποτέ στα χέρια σου, στερεί την ευτυχία. Αυτή την ιδανική ουτοπία. Αυτή την ανεκπλήρωτη ιδέα. 
 
Να σου πω ένα μυστικό; Η ευτυχία δεν υπάρχει. Το ξέρω πια. Μάθε το λοιπόν και εσύ. Το να αναζητάς δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα βρεις κιόλας. Θυμήσου το αυτό. Και αρκέσου στη χαρά. Μην είσαι άπληστος. Μέχρι να πέσει και ο τελευταίος κόκκος στην κλεψύδρα της ζωής σου...

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Αγάπη είναι...



Τι είναι αγάπη ;

Αγάπη είναι να μην κουράζεσαι. Να μην κουράζεσαι να κάνεις, να μην κουράζεσαι να λες.

Αγάπη είναι να μην ακούς, να μη σκέφτεσαι, να μην αξιολογείς.

Αγάπη είναι να συνεχίζεις να βλέπεις την ίδια αγαπημένη σου εικόνα, ακόμα και όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Να βλέπεις το φως πίσω από τα σύννεφα.

Αγάπη είναι να ξετρυπώνεις την πιο απίστευτη λεπτομέρεια και την αγκαλιάζεις. Και να μην την αφήνεις, να την κάνεις ένα με το είναι σου – τόσο πολύ ώστε στο τέλος να μη θυμάσαι καν τη στιγμή που την πρόσεξες. Να είναι σα να υπήρχε από την αρχή του κόσμου.

Η αγάπη δεν είναι βαριά κουβέντα. Δεν υπάρχει ο σωστός χρόνος να την πεις, δεν υπάρχει ο λάθος. Δεν υπάρχει το νωρίς, δεν υπάρχει το αργά. Έχει το δικό της χρονοδιάγραμμα – εσύ μόνο υποκλίνεσαι στο συναίσθημα που σε κατακλύζει και το ακολουθείς.

Μπορείς να αγαπάς τα πάντα. Η αγάπη δεν ξεχωρίζει, δεν έχει προορισμό. Αγαπάς κόντρα στους άλλους, κόντρα στη λογική που σου επιβάλλεται. Μην το μπερδεύεις – δε μιλάω μόνο για σχέσεις.

Μπορεί να αγαπήσεις μια στιγμή. Μία μόνο στιγμή, ένα δευτερόλεπτο που εύχεσαι να κρατούσε για πάντα. Εκείνο το δευτερόλεπτο που έρχεται και σε αρπάζει και σε πάει ψηλά, σε ένα ζεστό μέρος. Το αισθάνεσαι στο σώμα σου, σε ποτίζει.

Μπορεί να αγαπήσεις μια μουσική. Μια μόνο μουσική, εκείνη που θα σε ταξιδέψει, θα σου θυμίσει, θα σε πάει κάπου αλλού και την ύστατη στιγμή, θα σε σώσει. Είναι δική σου μουσική, την ακούς όλη μέρα σε επαναλήψεις πέρα από κάθε λογική. Είναι το δικό σου soundtrack, η επένδυση των κινηματογραφικών σου στιγμών. Εκείνων που παρακολουθείς έξω από το σώμα σου, μασουλώντας ζεστό σπιτικό popcorn.

Μπορεί να αγαπήσεις μια δουλειά. Εκείνη τη δουλειά που όλοι σου λένε ότι είναι λάθος, ότι θα σε χαντακώσει, ότι δε σου αξίζει, ότι δε σε πληρώνει. Εκείνη τη δουλειά που σε εξουθενώνει, σε αδειάζει από πάνω μέχρι κάτω αλλά αισθάνεσαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο που την κάνεις. Να της αφιερώσεις μια ολόκληρη ζωή και να μη μετανιώσεις ούτε για μια στιγμή. Να μη σκεφτείς όλα τα υπόλοιπα που είχες τη δυνατότητα να κάνεις.

Μπορεί να αγαπήσεις ένα σκύλο. Εκείνον που έκανες κομμάτι της ζωής σου, εκείνον που του σήκωσες την κουβέρτα του κρεβατιού το χειμώνα για να κοιμηθεί μαζί σου, εκείνον που αγκάλιασες και έκλαψες και σε κατάλαβε και σου έδειξε ότι μερικές φορές τα πράγματα είναι απλά. Εκείνον που αρνήθηκες να πιστέψεις ότι έφυγε, εκείνον που έκανες τα πάντα για να σώσεις, εκείνον που θρηνείς ακόμα. Και λείπει από κάθε στιγμή, κάθε μικρή και ασήμαντη στιγμή.

Μπορεί να αγαπήσεις μια εικόνα – εκείνη την εικόνα που όταν την έζησες έκλεισες και άνοιξες τα μάτια γρήγορα, το εσωτερικό σου κλείστρο, για να την αποθηκεύσεις για πάντα. Την εικόνα που φυλάς προσεκτικά, την εικόνα στην οποία ανατρέχεις όταν νιώθεις μόνος.

Μπορείς να αγαπήσεις μια φωτογραφία: Εκείνη που κοιτάς ξανά και ξανά και ποτέ ο χρόνος δε τη φθείρει. Και θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια που συνδέεται με αυτή: Πότε, πώς, τι ένιωσες, πώς ευθυγραμμίστηκε όλο το σύμπαν πάνω σε ένα και μοναδικό «κλικ».

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας τον γνώρισες για λίγο. Και ας μην πρόλαβες να του πεις ότι ήθελες να έμενε δίπλα σου για πάντα. Ότι σε μια στιγμή αποφάσισες έτσι, παράλογα και επιπόλαια ίσως, ότι θέλεις να του κρατήσεις το χέρι και να μη το αφήσεις ποτέ ξανά. Και να καταλάβει γρήγορα και να γίνουν όλα μια αγκαλιά και να τελειώσει εκεί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας έχει όλα τα κακά του κόσμου. Και ας είναι χιλιόμετρα μακριά, χαμένος. Και ας σου σπάει τα νεύρα. Και ας σου λένε όλοι ότι απλά δεν είναι ο σωστός. Να κλείνεις τα αυτιά σου στο σύμπαν και να τραγουδάς παράφωνα μέσα στη δική σου σιωπή.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας είναι μακριά και ας σου λείπει κάθε στιγμή που πέρασες μαζί του αλλά πλέον δεν μπορείς να του το πεις. Συνεχίζεις να τον αγαπάς. Τον συγχωρείς και τον λυπάσαι που δεν προσπάθησε όσο εσύ. Και περιμένεις να τον ξανασυναντήσεις σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια άλλη ζωή και να επαναλαμβάνετε τον κύκλο στο άπειρο. Μαζί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Κι ας μην τον έχεις γνωρίσει ποτέ από κοντά. Τον αγαπάς γιατί σου άνοιξε την ψυχή του χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να φοβηθεί, χωρίς να περιμένει κάτι – απλά γιατί ξέρει ότι είσαι στην άλλη πλευρά της γραμμής και ότι καταλαβαίνεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Γιατί είναι «αλλού», γιατί σε ταξιδεύει, γιατί σε ξενυχτάει, γιατί μπορείτε να χτίζετε μαζί όνειρα με πρώτη ύλη τις ανεξήγητα κοινές σας σκέψεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και αυτός να μην το καταλάβει ποτέ. Να μη νιώσει ποτέ όπως εσύ, να γύρισε την πλάτη του και να χάθηκε μέσα στο πλήθος, να μη γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω για να δει ότι είσαι ακόμη εκεί.

Η αγάπη δεν είναι απαραίτητα αμφίδρομη. Δε σε ρωτάει, έρχεται, σου δείχνει, φεύγει.

Και κάπου εκεί μένεις με ένα χαζό χαμόγελο.

Σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό – αγαπάς, είσαι ακόμη ζωντανός.

Στον ουρανό του τίποτα, με ελάχιστα ~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ




Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή,
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή, ενώ χάνουμε εμείς.
 
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.

Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…

Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.

Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο-
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.

Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω-
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Χορός μεταμφιεσμένων ~ Μάρω Βαμβουνάκη


Αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο της συγγραφέως.

 

  • Ωστόσο, στη ζωή, το νερό των παλιών παραμυθιών που σε βάφει αόρατο δεν το βρήκα ακόμη, συνεχίζω να το γυρεύω. Δεν το βάζω εύκολα κάτω με όσα σπουδαία —τα λίγα πια σπουδαία— φαντασιώνομαι πως θα κάνουν παραδείσια τη ζωή μου. Στην ανάγκη τα μεταθέτω μετά θάνατον, ελπίζοντας πως εκεί θα είμαστε ακέραιοι, πλήρεις από πραγματωμένες καλές ευχές, έτσι όπως ευδαίμονες ήταν, λέει, οι Πρωτόπλαστοι.

  • Θα κάθεται στο κασόνι ντυμένη με τη μασκαράτα της. Δεν την ενδιαφέρει πώς θα τη δεχθούν, βαρέθηκε να τη δέχονται άχρωμα και προσβλητικά αδιάφορα. Τι θα πουν η μάνα και τ’ αδέλφια της; Δεν την ενδιαφέρει. Βαρέθηκε να της έχουν προδιαγράψει ένα μέλλον που μισεί και ένα γάμο που η ίδια θεωρεί πορνεία. Βαρέθηκε να ζει με αναγκαία κακά, από σήμερα μόνο σε αναγκαία καλά θα υποτάσσεται. 
 
  • Κι αν την πουν τρελή, αν τη διώξουν απ’ τη γειτονιά της των λογικών, αν την κλείσουν σε άσυλο; Να τους πιστέψει; Είναι τρέλα αυτή η ποιητική όσο και απελπισμένη διαφυγή στη μεταμφίεση, όταν απαιτείται να δραπετεύσει από τάφο; Δεν είναι μεταμφίεση οι ρόλοι που της
    φόρτωσαν προτού ακόμη γεννηθεί; Ο εαυτός της και όσα είναι δικά της πού παραπετάχτηκαν καταχωνιασμένα; Ποιος φταίει; Η ίδια γιατί το ανέχθηκε; Είναι πάντα υποκρισία μια μεταμφίεση ή είναι αποκάλυψη; Εξαρτάται… Πάντα η διάκριση δε θα μας αφήνει να κοιμηθούμε σε μαλακά μαξιλάρια συμπερασμάτων. Εξαρτάται… Η ζωή είναι ασύλληπτα λεπταίσθητη και η ευαισθησία της δεν εφαρμόζει στα κλισέ.

  • Απορώ τι με έκανε να αναστατωθώ τόσο, λες και με άγγιξε ηλεκτρικό ρεύμα, μόλις τον αντίκρισα τυχαία σε λεύκωμα τέχνης πρόπερσι, ύστερα από πολλές δεκαετίες, και να τον συνδέσω με τα χρόνια τα παιδικά, τα μεταφυσικά χρόνια. Τα μυστήρια της μνήμης σαγηνεύουν και τυραννούν, σαν κλειδιά της συνείδησης. Τυραννιέμαι που δεν καταφέρνω να δέσω τα δυο κομμάτια μιας νοσταλγίας αστραπιαίας, όπως ένα άρωμα που θυμίζει κάτι τρομερά οικείο αλλά βασανιστικά ακαθόριστο. Το ξέρεις καλά, αλλά δεν ξέρεις τι ξέρεις. Οι αισθήσεις είναι πιο διεισδυτικές από την επίγνωση, για το υποσυνείδητο δεν ξέρω τι να πω…

  • Με παρηγορεί —κι ας μη συμφωνώ με όλη την καρδιά μου— η φράση του Μάρκες, που καταλήγει ξεκάθαρος: Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να τη διηγηθεί.

  • Θυμάμαι αγαπημένο μου νεκρό, που λάτρευε παθιασμένα όσο ζούσε —και τώρα όπου είναι πιστεύω— την κλασική μουσική κι αισθανόταν δέος για κάθε νότα, να γίνεται θηρίο μαζί μου όταν χαμήλωνα την ένταση στα εκρηκτικά σημεία του Μπετόβεν! Ήμουν όμως περίπου έφηβη και ο εγωισμός της νιότης πιστεύει πως δικαιούται να διορθώνει ακόμη και τον Θεό κατά τα γούστα της. Κι όπως αναφέρω το όνομα του Μπετόβεν, μου έρχεται στο νου η φράση του που διάβασα σε βιογραφία: «Σε κάποιους ο Θεός ψιθυρίζει στο αυτί, σε μένα όμως ουρλιάζει και με κούφανε!»

  • Ας μου συγχωρηθεί που τούτα τα κείμενα τα γράφω με την ασυδοσία των συνειρμών και πετάγομαι από το ένα θέμα στο άλλο, φαινομενικά ασυνάρτητα. Φαινομενικά μόνο! Ποτέ μια σκέψη που ξέβρασε παράξενα μια προηγούμενη δεν είναι άσχετη όσο νομίζει η εξαιρετικά περιορισμένη μας συνείδηση, και είναι χρόνια τώρα που μ’ αρέσει να γυρεύω το γιατί και πώς μια αιφνίδια μνήμη, μια αιφνίδια εικόνα ή ιδέα κυριεύουν το νου μου. Πάντα υπάρχει ένας λόγος που προηγήθηκε, ένας λογικός ερεθισμός που άγγιξε τις αποθήκες του κρυμμένου παρελθόντος, εκείνες που ονομάζουμε υποσυνείδητο ή ασυνείδητο. Εμείς αδυνατούμε να διακρίνουμε τη σύνδεση, ό,τι και να λέμε, οι επεξεργασίες του νου μας γενικώς τεμπελιάζουν. Αγαπούν να περιφέρονται στα φαινόμενα σαν αλαφιασμένοι σπουργίτες και να φτιάχνουν αβίαστα και αβασάνιστα συμπεράσματα, ακόμη και ολόκληρες θεωρίες. Ιδίως η γενίκευση, η ροπή να καταλήγουμε σε γενικότατους κανόνες είναι απ’ τις πιο παγιδευτικές κατασκευές της διανοητικής νωθρότητας. Είναι ολέθριες οι συνέπειες της ροπής μας για γενικεύσεις στην κοινωνική ζωή.

  • Ο κόσμος έχει πνιγεί από ωραίους. Το θέαμα έχει πλημμυρίσει από καλοφτιαγμένους, από καλλονές και καλλονούς. Συνήθως δεν απομένει στα χέρια του καιρού σχεδόν τίποτε, ασχημίζουν κιόλας. Περισσότερο κι από τους άσχημους ασχημίζουν κάποιοι ωραίοι. Η φθορά τους αποκαλύπτει το θλιβερό της κατάπτωσης, της κένωσης, όχι βέβαια με την πνευματική έννοια της Ορθοδοξίας, αλλά του να αδειάζεις από νόημα. Υπάρχει ένα όριο, όλο και νωρίτερα, παρά τις πλαστικές επεμβάσεις, πέρα από το οποίο οι άνθρωποι ασχημίζουν πολύ. Ο αποτρόπαιος Ντόριαν Γκρέι, που φθείρεται στα κρυφά, βγαίνει σύντομα στον αφρό γιατί ο δικός τους αφρός τού το επιτρέπει.

  • Οι άνθρωποι συνεχώς κλαίγονται, δηλώνοντας ανικανοποίητοι, αλλά σπανιότατα αναγνωρίζουν ποια είναι η γνήσια ικανοποίηση που τους λείπει. Αν τους ξανάφερνες στην αρχή της ζωής τους, εννοώ μαζί με όλη την τωρινή εμπειρία τους, πάλι δε θα άλλαζαν εύκολα
    πορεία. Στο κάτω κάτω, θα το λέω και θα το ξαναλέω, η ζωή, η θαυμαστή ζωή, διαρκώς δίνει νέες ευκαιρίες για μεταλλαγή, αυτό δεν είναι η ουσιαστική έννοια της μετά-
    νοιας; Και πάλι όμως, η νωθρότητα και η ηδονική γκρίνια, που διαστροφικά κάποιοι καλλιεργούν μεγαλώνοντας, επιμένουν στην ψευδοθεωρία πως τα νιάτα είναι μόνο μια φορά, πως έχασαν το τρένο, πως… τώρα πια! Όχι, είναι οι άνθρωποι ανικανοποίητοι, γιατί όντως
    δεν ξέρουν αυτό που λείπει απ’ την ψυχή τους. Μπορεί και να αποφεύγουν να δουν ότι ήδη το έχουν, αλλά αυτό θα τους καταλογίσει ευθύνη, θα πρέπει να υποψιαστούν πως έχουν οι ίδιοι πρόβλημα. 
 
  • Φαντάζονται διάφορα αλλά δεν εντοπίζουν το αληθινό. Η αδράνεια, η νωθρότητα και η ακηδία είπαμε είναι από τους ηδονικότερους πειρασμούς. Ελάχιστοι τους αντιστέκονται, γι’ αυτό και ελάχιστοι ομορφαίνουν μεγαλώνοντας. Τα γεράματα είναι τρόπος ζωής. Η εποχή μας είναι ένας συνωστισμός γερόντων, για να μην πούμε νεκρών. Το αισθάνεσαι στον αέρα των πόλεων, ακόμη και των χορευτικών κέντρων, και των φωνακλάδικων παραλιών, όπου πηγαινοέρχονται μακιγιαρισμένοι, ημίγυμνοι και γυμνοί.

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Υψικάμινος ~ Ανδρέας Εμπειρίκος (απόσπασμα)

 
 
Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας
Όταν τραγουδάμε, τραγουδάμε εμπρός στους 
εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων 
όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως 
όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους 
είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας 
γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε  
δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι, να πούμε ναι   
χωρίς το μέλλον του προορισμού μας 
 
Όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμει τίποτε
χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει
μέσα στη στάχτη των ποδιών της.
Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν
ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια
ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν
ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων
από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού
προστατευομένου από τα εγκόσμια
και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας  
λιγυρών παρθένων.

Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος  
μιας πολυσύνθετης σημαίας που κρατεί τους εχθρικούς στόλους εμπρός στα τείχη της καρδιάς μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιούντες
ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις
χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης. 
 
Στιγμιότυπα μας απέδειξαν  
την ορθότητα της πορείας μας
προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος
της προελεύσεως των ονείρων
και του καθενός κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης.

Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας θα φανούμε γυμνότεροι και από την άφιξη της καταδίκης παρομοίων πλοκαμιών
και παστρικών βαρούλκων γιατί όλοι μας είμεθα εντός...
της σιωπής του κρημνιζομένου πόνου
στα γάργαρα τεχνάσματα του μέλλοντός μας.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Επήγα ~ Κ.Π Καβάφης



Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κι επήγα.
Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.

Κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Γράμμα ~ Κική Δημουλά


Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.

Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.

Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.

Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω -συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Εαρινή Συμφωνία (αποσπάσματα) ~ Γιάννης Ρίτσος

ΙΙ

Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.
Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους τής σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ

Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθώ
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μάς
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

VI

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

Χ

Αγάπη, Αγάπη,
δε μούχες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή τού απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα τής θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.