Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Εν απογνώσει ~ Κ.Π. Καβάφης



Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε - είπ’ εκείνος - ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη - ως είπε - να σωθεί.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Aπό την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Κι έζησαν αυτοί καλά... κι εμείς;



Είναι και μερικοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τι θέλουν βρε αδελφέ. Πηγαινοέρχονται, μπαινοβγαίνουν στη ζωή σου λες κι είν' η καρδιά σου ξέφραγο αμπέλι. "Να φυλάγεσαι από τους ανθρώπους που δεν έμαθαν να σε κοιτάνε κατάματα και να μιλάνε σταράτα, αλλά προσπαθούν με δολιοφθορές και υπεκφυγές να ανελιχθούν, πατώντας επί πτωμάτων" μου 'λεγε η μάνα μου, αλλά μυαλό φιρίκι εγώ.

Το μειονέκτημα του να έχεις υπέροχα παιδικά χρόνια είναι πως, μεγαλώνοντας μέσα στην ροζ σαπουνόφουσκά σου παρέα με τις πριγκίπισες της Ντίσνεϋ, μαθαίνεις να εξιδανικεύεις τον κόσμο και τις καταστάσεις. Όλα γύρω σου είναι ένας κάμπος γεμάτος από ροζ πεταλουδίτσες, γαλάζια πουλάκια που κελαηδούν χαρούμενα και πολύχρωμα λουλούδια! Κι εσύ, φυσικά, καθισμένη δίπλα από την μαγική λιμνούλα περιμένεις να ξεπροβάλει απ' τους θάμνους ο πρίγκιπας του παραμυθιού πάνω στο άσπρο άλογο, φορώντας την γυαλιστερή του πανοπλία για να τραγουδήσετε μαζί το γνωστό "Σ' έχω δει, στο όνειρο ήμασταν μαζί".

Κι ύστερα; Ύστερα προσγειώνεσαι απότομα όταν πλέον ανακαλύπτεις το πραγματικό πρόσωπο των ανθρώπων. Όταν γύρω σου βλέπεις μόνο εγωισμό, ψευτιά, υποκρισία και ασυδοσία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι πότε άρχισαν να είναι όλα τόσο δύσκολα. Πότε ο κόσμος άρχισε να χάνει την πραγματική ουσία της ζωής. Από πότε οι άνθρωποι προτιμούν να καίγονται στο θεόρατο καζάνι του εγωισμού τους παρά να μοιραστούν τον έρωτα, τους φόβους, τις ανησυχίες τους.

Η ατέρμονη αδηφαγία του ανθρώπου για περισσότερη δόξα και υλικά αγαθά τον έχουν κάνει κοντόφθαλμο, φανατικό οπαδό ενός πρόσκαιρου και ανούσιου βίου. Όλοι ζουν για το τώρα, για τη στιγμή, παίρνουν ως δεδομένα τον έρωτα, την αγάπη, την φιλία, την υγεία. Η πλήρης απαξίωση των ανθρώπων για τον εξαγνισμό και τη σωτηρία της ψυχής τους έχει καταντήσει μάστιγα. Είναι, λέει, "trendy" να εκμηδενίζεις βασικούς θεσμούς/πυλώνες της κοινωνίας όπως για παράδειγμα ο θεσμός της οικογένειας, ο θεσμός της θρησκείας, ο θεσμός της αγάπης και της φιλοξενίας.

Με ένα τόσο θολό παρόν και ένα τόσο αβέβαιο μέλλον, πώς μπορείς να ονειρεύεσαι για τις "καλύτερες μέρες που θα έρθουν"; Στα παραμύθια οι πριγκίπισες έζησαν καλά, συντροφιά με τους πρίγκιπές τους στα πανέμορφα βασίλεια τους... Εμείς;


Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα ~ Κώστας Καρυωτάκης




Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη.

Στα χέρια το παλτό, στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα, βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες, για ποιό ταξίδι ονειρευτό.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος... ~ Μανόλης Ἀναγνωστάκης



Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων
Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;

Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)

Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.

Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Τελευταίος Σταθμός ~ Γιώργος Σεφέρης

 
 
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις. 
 
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη. 
 
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι
 
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του
Σαλέρνο, πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού,
στην άκρη μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος
ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει. 
 
Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, 
την Παλαιστίνη, τη Συρία το κρατίδιο
της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
 
Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος 
απ’ τις θάλασσες του Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
 
Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
 
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο
χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους. 
 
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν
σαν έρθει ο θέρος προτιμούν να σφυρίξουν 
τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι σαν έρθει ο θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητορεύουν. 
 
Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.
Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου,
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
 
Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
 
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις είτε στο σκοτεινό βαγόνι, 
χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει 
καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
 
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες και λεύγες
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
 
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.
 
Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας «Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...»
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.
                        Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Η Μαρίνα των βράχων ~ Οδυσσέας Ελύτης



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου
πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά
του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες
θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες
των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές όπου οι φίλες σου
άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

-Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη
της πέτρας και της θάλασσας

Σου 'λεγα να μετράς
μες στο γδυτό νερό
τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι
την αυγή των πραγμάτων

Ή πάλι να γυρνάς
κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως
στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων

- Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς
τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο
αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο
αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου
λέγοντας τ” όνομά του

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας
Άκουσε ο λόγος είναι..
των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης
των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται
από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις
έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση
τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις
γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαίστρο.

Στυλωμένη στους βράχους
δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων
με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Ο έρωτας δεν είναι εδώ ~ Μελίνα Ασλανίδου



Ο έρωτας δεν είναι εδώ, κοιμήσου
Μπήκε και βγήκε από πόρτες ανοιχτές
Δεν είναι η νύχτα του δικού μας παραδείσου
Είναι μια νύχτα από τις περαστικές

Ο έρωτας δεν είναι εδώ, σκεπάσου
Αύριο θα 'μαστε καλύτερα κι οι δυο
Κλείσε τα μάτια άγγελέ μου, και φαντάσου
Ό,τι ονειρεύτηκες, πως είναι αληθινό

Κράτα το σώμα σου ζεστό
Αύριο δε θα 'μαστε μονάχοι
Ο έρωτας δεν είναι εδώ
Αλλά στ' ορκίζομαι υπάρχει

Ο έρωτας δεν είναι εδώ, κοιμήσου
Εγώ είμαι αστέρι, εκείνος είναι ουρανός
Μια νύχτα μόνο θα κρατήσω το κορμί σου
Εκείνος φως μου, θα 'ναι ο παντοτινός

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Ερωτικό κάλεσμα ~ Μενέλαος Λουντέμης



Ἔλα κοντά μου, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Τὶς φωτιὲς τὶς σβήνουν τὰ ποτάμια.
Τὶς πνίγουν οἱ νεροποντές.
Τὶς κυνηγοῦν οἱ βοριάδες.

Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ἡ φωτιά.
Ἔλα κοντά μου δὲν εἶμαι ἄνεμος.
Τοὺς ἄνεμους τοὺς κόβουν τὰ βουνά.
Τοὺς βουβαίνουν τὰ λιοπύρια.
Τοὺς σαρώνουν οἱ κατακλυσμοί.

Δὲν εἶμαι, δὲν εἶμαι ὁ ἄνεμος.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας στρατολάτης
ἕνας ἀποσταμένος περπατητὴς
ποὺ ἀκούμπησε στὴ ρίζα μιᾶς ἐλιᾶς
ν᾿ ἀκούσει τὸ τραγούδι τῶν γρύλων.
Κι ἂν θέλεις, ἔλα νὰ τ᾿ ἀκούσουμε μαζί.




Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Πάντα σε θυμάμαι...



Πάντα φοβόμουν μην χάσω τα άτομα που αγαπώ. Μερικές φορές, όμως, αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανείς εκεί έξω που να φοβάται μην χάσει εμένα... Κι αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι η αγάπη σε ελευθερώνει, σε απογειώνει και σε ανυψώνει, τότε γιατί νιώθω φυλακισμένη και υποδουλωμένη στα δεσμά σου; Γιατί μου κόβεται η ανάσα κάθε φορά που σε σκέφτομαι; Γιατί νιώθω μια ατέλειωτη θλίψη, έναν κόμπο στον λαιμό και πόνο στην καρδιά; Να 'ξερες μονάχα τι θες... Να 'ξερες πόσα θέλω να σου πω... Λόγια χιλιοειπωμένα που κουράστηκαν να τα ακούνε οι τοίχοι του δωματίου μου... Λόγια που γράφτηκαν σε αμέτρητες σελίδες από χαρτί και σκίστηκαν με την πρώτη ευκαιρία, προτού βρεθούν στους κάδους των σκουπιδιών...

Ε λοιπόν, είναι αξιοθαύμαστο το πόσες αναμνήσεις μπορεί να αποθηκεύσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Να θες να διαγράψεις λόγια, στιγμές, πρόσωπα και να μην μπορείς βρε αδελφέ! Πάντα σε θυμάμαι... Πάντα θυμάμαι την πρώτη φορά που μου κράτησες το χέρι... Πάντα θυμάμαι το πρώτο μας φιλί... Πάντα θυμάμαι πώς λαμπύριζαν τα καστανά σου μάτια υπό το φως του φεγγαριού εκείνες τις καλοκαιριάτικες νύχτες που πλαγιάζαμε στην αμμουδερή παραλία, ξέρεις, στο συνηθισμένο μας μέρος. Πάντα θυμάμαι το χάδι σου... Πάντα θυμάμαι το κυνηγητό μέσα στη βροχή! Εσύ να τρέχεις μπροστά, ξεκαρδισμένος στα γέλια που δεν μπορώ να σε φτάσω, κι εγώ να τρέχω από πίσω τάχα θυμωμένη! Κι ύστερα να πέφτω στην αγκαλιά σου, να χάνομαι μέσα στα χέρια σου λες και δεν υπάρχει αύριο... Εκείνο που δείλιασα να σου πω, είναι ότι όλος μου ο κόσμος βρισκόταν σ'αυτή την αγκαλιά, ανάμεσα στα δυο σου χέρια, μέσα στα καστανά αμυγδαλωτά σου μάτια, στο λατρεμένο χαμόγελό σου...

Τώρα καταλαβαίνω πόσο προφητικό ήταν το κυνηγητό μας στη βροχή. Ανέκαθεν αυτό συνέβαινε με εμάς τους δυο. Εσύ να πηγαινοέρχεσαι όποτε σε βολεύει, να μπαινοβγαίνεις γελώντας στη ζωή μου με μια αλλόκοτη θρασύτητα, κι εγώ απηυδησμένη και μπουχτισμένη από όλο αυτό, να διερωτώμαι τι θες επιτέλους και τι ζητάς. Κι όταν σου φώναζα πως σε μισώ, χαιρόσουν γιατί "το μίσος είναι πάθος και αγάπη μαζί", έλεγες... Δεν είχες κι άδικο... Πάντα σε θυμάμαι...


Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Ο Ποιητής και η Mούσα ~ Κ.Π. Καβάφης


"Ποιητής και Μούσα", πίνακας του Ν. Εγγονόπουλου


Ο Ποιητής

Προς τι καλόν, τι όφελος ηθέλησεν η τύχη,
κ’ εν τη αδυναμία μου επλάσθην ποιητής;
Μάταιοι είν’ οι λόγοι μου· της λύρας μου οι ήχοι
αυτοί οι μουσικώτεροι δεν είναι αληθείς.

Εάν θελήσω ευγενές αίσθημα να υμνήσω,
όνειρα είν’, αισθάνομαι, η δόξα κ’ η αρετή.
Παντού απογοήτευσιν ευρίσκ’ όπου ατενίσω,
κ’ επί ακάνθων πανταχού ο πους μου ολισθεί.

Η γη ’ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.
Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.
Έρωτα ψάλλω και χαράν. Aθλία παρωδία,
αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Η Μούσα

Δεν είσαι ψεύστης, ποιητά. Ο κόσμος τον οποίον
οράς εστίν ο αληθής. Της λύρας αι χορδαί
μόναι γνωρίζουν τ’ αληθές, και εις αυτόν τον βίον
οι ασφαλείς μας οδηγοί μόναι εισίν αυταί.

Του θείου είσαι λειτουργός. Σοι έδωκε τον κλήρον
του κάλλους και του έαρος. Μελίρρυτος αυδή
ρέει από τα χείλη σου, και θησαυρείον μύρων
είσαι — χρυσή υπόσχεσις και άνωθεν φωνή.

Εαν η γη καλύπτεται με σκότον, μη φοβείσαι.
Μη ό,τι είναι έρεβος νόμιζε διαρκές.
Φίλε, πλησίον ηδονών, ανθών, κοιλάδων είσαι·
θάρρει, και βάδισον εμπρός. Ιδού το λυκαυγές!

Ομίχλη μόνον ελαφρά το βλέμμα σου τρομάζει.
Υπό τον πέπλον ευμενής η φύσις διά σε
ρόδων, και ίων, κ’ ευγενών ναρκίσσων ετοιμάζει
στεφάνους, των ασμάτων σου ευώδεις αμοιβαί.

Προσανατολισμοί ~ Οδυσσέας Ελύτης



Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή "Προσανατολισμοί" του Οδυσσέα Ελύτη.


ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

                                       Ι
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.

                                    II
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.

                                  III
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.



ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ

                                    Ι
Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!

                                    II
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.

                                   III
                                Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.


ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

                                     Ι
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

                          II
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.

                                   III
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

                                  IV
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.

                                    V
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.

                                   VI
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.

                                 VII
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
 Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
Σιωπητήριο.






Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Δε θα ξανάρθης πια ~ Μαρία Πολυδούρη



Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό;