Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Πέρασα ~ Κική Δημουλά



Περπατώ και νυχτώνει. Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη. Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.

Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα, όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.

Είδα πολλά και ωραία όνειρα και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων, κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.

Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες: εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.

Πήγα και στη θάλασσα. Μου οφειλόταν ένα πλάτος.
Πες πως το πήρα. Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Αποφθέγματα του Paulo Coelho


 
  • Η αληθινή αγάπη δε συνίσταται στο να προσπαθούμε να διορθώσουμε τους άλλους, αλλά στο να αισθανόμαστε χαρά που τα πράγματα είναι καλύτερα απ' ό,τι περιμέναμε.

  • Ο κάθε άνθρωπος πάνω στη γη έχει ένα θησαυρό που τον περιμένει. Όταν έχουμε τους μεγάλους θησαυρούς μπροστά μας δεν το παίρνουμε είδηση.

  • Όταν κάποιος βαδίζει σταθερά στον προορισμό του, πολλές φορές αναγκάζεται να βγαίνει λίγο από την πορεία του.

  • Οτιδήποτε κάνει ο άνθρωπος μπορεί να τον φέρει πιο κοντά στην Υπέρτατη Σοφία, αρκεί να το κάνει με αγάπη στην καρδιά.

  • Μόνο οι δειλοί κρύβονται πίσω απ' τη σιωπή. Όποιος αγαπάει περιμένοντας ανταμοιβή χάνει τον καιρό του.

  • Είναι ανώφελο να μιλάς γι αγάπη, γιατί η αγάπη έχει τη δική της γλώσσα και μιλάει από μόνη της.

  • Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι προσωπική και δεν υπάρχει πρότυπο για να το μεταφέρεις στους άλλους. Μια απειλή δεν μπορεί να προκαλέσει τίποτα αν δεν γίνει αποδεκτή. Ο δρόμος του προσκυνήματος είναι ο δρόμος των κοινών ανθρώπων.

  • Ο Θεός κρίνει το δέντρο από τους καρπούς, όχι από τις ρίζες.

  • Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ο καθένας θα φτάσει στο Θεό μέσα από το δικό του μονοπάτι.

  • Οι σημαντικότερες εμπειρίες του ανθρώπου είναι αυτές που τον φέρνουν στα άκρα. Μόνο έτσι μαθαίνουμε, γιατί αυτό απαιτεί όλο μας το θάρρος.

  • Η αγάπη δε θέτει πολλά ερωτήματα, γιατί αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, αρχίζουμε και να φοβόμαστε. Ίσως είναι ο φόβος να σε περιφρονήσουν, να μη γίνεις αποδεκτός, ο φόβος μήπως σπάσει η μαγεία. Μπορεί να φαίνεται γελοίο, αλλά έτσι είναι. Γι αυτό δεν κάνουμε ερωτήσεις αλλά ενεργούμε.

  • Το να διδάσκεις είναι να δείχνεις αυτό που είναι δυνατό. Το να μαθαίνεις είναι να το κάνεις δυνατό για τον εαυτό σου.
 
  • Η ζωή πάντα περιμένει τις κρίσιμες καταστάσεις για να δείξει τη λαμπερή της πλευρά.
 
  • Καμιά μέρα δεν είναι όμοια με την άλλη. Κάθε πρωί έχει το ξεχωριστό του θαύμα, τη μαγική στιγμή του, όπου οι γέρικοι κόσμοι καταρρέουν και ξεπροβάλλουν καινούριοι αστερισμοί!
 
  • Είμαστε υπεύθυνοι για το σύμπαν επειδή είμαστε το σύμπαν. 
 
  • Το δεύτερο σύμπτωμα του θανάτου μας είναι οι βεβαιότητές μας.
 
  • Να είσαι σαν την πηγή που ξεχειλίζει και όχι σαν τη γούρνα που έχει πάντα το ίδιο νερό.
 
  • Δεν πρέπει να ξεχνάς πως και η επίθεση και η φυγή αποτελούν μέρος της μάχης. Αυτό που δε βοηθάει είναι το να στέκεις παραλυμένος από το φόβο.
 
  • Η ευλογία που δεν είναι καλοδεχούμενη μετατρέπεται σε κατάρα.
 
  • Ένας εχθρός αντιπροσωπεύει πάντα την αδύναμη πλευρά μας, που μπορεί να είναι ο φόβος του φυσικού πόνου αλλά και η πρόωρη αίσθηση της νίκης ή η επιθυμία να εγκαταλείψουμε τη μάχη, λέγοντας πως δεν αξίζει τον κόπο.
 
  • Θάρρος. Ξεκινώντας το ταξίδι με αυτή τη λέξη και συνεχίζοντας με πίστη στο Θεό, θα φτάσεις εκεί όπου έχεις ανάγκη να φτάσεις.

  • Για να βαδίσεις στο μονοπάτι της σοφίας πρέπει να μη φοβάσαι να κάνεις λάθη.
 
  • Όσοι ποτέ δεν διακινδύνευσαν τίποτα είναι άσοι στο να διακρίνουν την ήττα των άλλων.
 
  • Ο πολεμιστής του φωτός επιμένει στη θέληση του, αλλά ξέρει να περιμένει την καλύτερη στιγμή.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Αποφθέγματα ξένων ποιητών


 
  • Το κομμένο σχοινί μπορείς να το ξαναδέσεις. Θα κρατήσει πάλι, ωστόσο θα ‘ναι κομμένο. Ίσως πάλι ν’ ανταμώσουμε, μα εκεί που μ’ άφησες δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναβρείς.  ~ Bertolt Brecht

  • Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που πια δεν είσαι αληθινή. Προφταίνω άραγε ν΄ αγγίξω αυτό το σώμα που πάλλεται, να φιλήσω πάνω σ΄αυτό το στόμα μια αγαπημένη φωνή που γεννιέται; Σ' έχω τόσο ονειρευτεί που τα μπράτσα μου συνηθισμένα, σφίγγοντας την σκιά σου, ν' αγγίζουν το στήθος μου, ίσως δεν θα μπορούσαν να τυλίξουν το κορμί σου. Και είναι πολύ πιθανό, αν γίνει αληθινό το όραμα που με κατέχει χρόνια τώρα, να μεταμορφωθώ και γω σε μια σκιά. ~ Robert Desnos

  • Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα. Το πιο όμορφο παιδί δεν μεγάλωσε ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες μας, τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις ζήσαμε ακόμα. Κι ό,τι πιο όμορφο, κι ό,τι πιο όμορφο θα ‘θελα να σου πω, δε στο ‘πα ακόμα. ~ Nazim Hikmet

  • Αν σε μισούν να μη μισείς, κι αν είσαι πληγωμένος να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος. Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις, να σκέφτεσαι χωρίς τη ζωή στη σκέψη να χαρίζεις. Αν μεγαλόψυχος μπορείς το ίδιο να ξανοίξεις το θρίαμβο ή τον όλεθρο που κάποτε θα σμίξεις. Αν υπομένεις τους κακούς ν' ακούς που θα χαλνούνε τα λόγια σου τ' αληθινά κι άμυαλους θα πλανούνε. Αν μπορείς ό,τι αγάπησες ρημάδι ν' αντικρύσεις με χαλασμένα σύνεργα το έργο να ξαναρχίσεις. Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις σ' ένα παιχνίδι τολμηρό να μην τα λογαριάσεις. Κι όταν χαθούν αχάλαστη νά 'ναι η ζωή σου εσένα χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα. Αν σκλάβα σου νάχεις μπορείς στην πράξη την καρδιά σου, να βρεις το θάρρος πού "μεινε πολύν καιρό μακριά σου. Αν στην καταστροφή μπορείς νά "χεις την ίδια γνώμη, μ' άσειστη θέληση να λες: «βάστα καρδιά μου ακόμη». Κι αν δεν μπορείς φίλος κι εχθρός πίκρες να σε ποτίζει. Κι αν εκτιμάς κάθε άνθρωπο μονάχα όσο τ' αξίζει. Κι αν το γοργό καιρό μπορείς σωστά να τον μετρήσεις και μέσα του κάθε στιγμής τους θησαυρούς να κλείσεις. Όλα δικά σου γίνονται τότε σ' αυτή την πλάση κι είσ' άξιος άνδρας που κανείς δε θα σε ξεπεράσει. ~ Rudyard Kipling

  • Στο στήθος ένα σφίξιμο. Tο βήμα χάνω, πάω βιαστική. Aπό την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί. Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον. Μα είναι τρία, χρυσή μου! Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου'. Η τύχη μου παντοτινά ασταθής, άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη. Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ. Πεθαίνω εγκαταλειμμένη. Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα. Kεχριμπαρένια καίνε τα κεριά της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο, και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά. ~ Anna Akhmatova

  • Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις. Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι. Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας. Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις. Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες να ταξιδέψεις. Τίποτα απ' αυτά καταστροφή δεν φέρνει. ~ Elizabeth Bishop

  • Μα τι είναι ο έρωτας; Σε εκλιπαρώ αγαπημένη μου καρδιά, πες μου. Είναι μια επιστροφή στο κέντρο μας, στο γνώριμο πυρήνα της αθωότητας που είναι ακόμα γεμάτη εμπιστοσύνη; Είναι μήπως ένα πρώτο άγριο ξέσπασμα της ύπαρξής μας, μια προσπάθεια να πάρουμε ακραία μέτρα και για λίγες ώρες να είμαστε παντογνώστες; Ή τι είναι ο έρωτας; Είναι αυτό το προαιώνιο όραμα που φωτίζει την πορεία μας με επικίνδυνους χρησμούς προσβλέποντας στην έγκαιρη παρέμβαση του θανάτου; ~ Robert Graves
 
 
 

 

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί... ~ Κώστας Καρυωτάκης




Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει

απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.

Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,

κι είμαι άνθος που φυλλοροεί στο χέρι σου και πάει



Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα εφύγανε, που μόνον

μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.

Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνας,

της μάνας γης, και ανοίγοντας στο γέλιο των αιώνων



Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!

Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός

νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,

εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Όσες φορές θα μ' ακούς, θα σου λέω "τόσες φορές πέθανα"...



Όσες φορές θα μ' ακούς
οι μέρες μου θα χτυπιούνται από κατάντια.
Και τις ώρες τους μαρτυρικά θα σπρώχνω να κυλούν
Τα μάτια θα σκύβουν υποτακτικά στη θέληση
κι η ορμή θα έχει ξεθυμάνει.
Ο αγώνας θα είναι παρελθόν
κι οι ατέλειωτες τιμές στους ήρωες σου
αποτυπώματα στα δάχτυλα.

Τόσες λέξεις...

Οι μισές δικές μου
Άγαρμπες γροθιές
που σκουντουφλάγανε με δύναμη πάνω στην άγνοια
και οι μισές το γέλιο σου
συγκατοικούν ανέμελα ακόμα
στη δύνη του καιρού,
άκου τες.

Μας χλευάζουν που δεν δώσαμε χρόνο
Που δεν είχαμε θράσος να πατήσουμε το άβατο
και κύλησε αργό ποτάμι η επιθυμία στη σκιά των πλατανιών,
μουρμουρίζοντας έρωτα απ' τα βάθη του.

Όσες φορές θα θυμάσαι να γυρνάς μια ελπίδα πίσω
Εκεί που θα σε περιμένει
στις άκρες του κόσμου μια επανάσταση
κι εγώ θα έχω γράψει το Ε.

Όσες φορές θα πονάς
βρες παρηγοριά στις λέξεις μου
που ζωγραφίζουν την ευχή μου -φάρμακο.
Και κίνα ξανά να κατακτήσεις την ιδέα σου.

Όσες φορές θα με βλέπεις θα είναι όνειρο
και το άγγιγμα ποταπή ψευδαίσθηση της αφής
ξεριζωμένη απ' το θέλω σου.
Άπλωσε το χέρι σου κι ας μην το πιστεύεις.

Όσες φορές θα μ' ακούς
θα είναι το τραγούδι της γαλήνης μου
που γυρνάει φάντασμα ασύχαστο.
Θα σε ρωτάω πάντα φιλί μου,
πόσες φορές ξημέρωσε.

Θα σου δείχνω.
Τόσες φορές έφυγες.
Όταν θα μ' ακούς, θα σου λέω
τόσες φορές πέθανα...

Ελεγεία των λουλουδιών ~ Κ.Π. Καβάφης



Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν
Κι’ απ’ όλα τα λουλούδια του κάμπου φαίνεται
η νεότης πιο ωραία. Aλλά μαραίνεται
γρήγορα, και σαν πάει δεν ξαναγένεται·
η πασχαλι[αίς] με της δροσιάς τα δάκρυα την ραντίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν, το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά τα ίδια μάτια δεν τα κυττάζουνε.
Και άλλα χέρια σ’ άλλα στήθεια τα βάζουνε.
Έρχοντ’ οι ίδιοι μήνες, πλην ξένοι μοιάζουνε·
τα πρόσωπα αλλάξαν και δεν τ’ αναγνωρίζουν.

Όσα λουλούδια υπάρχουν,το καλοκαίρι ανθίζουν.
Aλλά με την χαρά μας πάντα δεν μένουνε.
Aυτά οπού ευφραίνουν, αυτά πικραίνουνε·
κ’ επάνω εις τους τάφους, που κλαίμε, βγαίνουνε,
καθώς τους γελαστούς μας τους κάμπους χρωματίζουν.

Πάλ’ ήλθε καλοκαίρι κ’ οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Aλλ’ απ’ το παραθύρι δύσκολα φθάνεται.
Και το υαλί μικραίνει-μικραίνει, χάνεται.
Το πονεμένο μάτι θολώνει, πιάνεται.
Βαρυά τα κουρασμένα πόδια, δεν μας στηρίζουν.

Για μας δεν είναι φέτος που οι κάμποι όλοι ανθίζουν.
Λησμονημένου Aυγούστου κρίνοι μάς στέφουνε,
τ’ αλλοτεινά μας χρόνια γοργά επιστρέφουνε,
σκιαίς αγαπημέναις γλυκά μάς γνέφουνε
και την φτωχή μας την καρδιά γλυκά αποκοιμίζουν.


Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Μια μετέωρη κυρία ~ Κική Δημουλά




Βρέχει... Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ, μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.

Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας.

Κοιτάζει... Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της, ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.

Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα, παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.

Κοιτάζει... Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ, πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη γιὰ πράγματα χειροπιαστά.

Κοιτάζει... Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.

Ποῦ μέσα ― μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.