Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον...~ Μαρία Πολυδούρη



Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔ φερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Θέλω να φύγω πια...~ Κώστας Καρυωτάκης



Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.


Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος ο εαυτός μου.


Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, Θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.


Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίησις να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Βρεγμένα όνειρα, στεγνές αλήθειες ~ Νίκος Συνατσάκης



Όχι, οι άνθρωποι δεν είναι κακοί...
Ούτε ανόητοι...
Είναι απλώς αδιάφοροι.
                  -----

Σκοτείνιασε.
Καθένας κάπου πάει για ν' αφήσει πίσω του
την ερημιά.
Ερημώνουν οι δρόμοι, τα μαγαζιά,
σωπαίνουν οι συνοικίες.
Τότε είναι που βγαίνω.
Μ' αρέσουν οι δρόμοι όταν είναι άδειοι όπως και οι
συνοικίες όταν σωπαίνουν.
Μ' αρέσει ο θόρυβος των φύλλων όπως
και το φως του φεγγαριού.
Μ' αρέσει το γλυκό παραμύθι των κυμάτων
όπως και ο καθαρός βουνίσιος αέρας.
Κι' αν όλα τούτα δεν μ' αρέσουν
χαίρομαι που τους κρατώ συντροφιά ...
Σαν φάντασμα περιστρέφομαι μέσα σε γνώριμα τοπία.
Εδώ γέλασα, εκεί έκλαψα.
Εδώ κάθησα, εκεί έτρεξα.
Εδώ τσακώθηκα, εκεί έκανα έρωτα.
Ίδια τοπία, άλλοι άνθρωποι.
Τι κρίμα!Σε λίγο και τούτα θα μείνουν μόνα.
Καθένας κάπου πάει για ν' αφήσει πίσω του
την ερημιά.
                  -----

Μην μιλάς* Ψιθύριζε.
Σ' ακούω καλύτερα.
Μην αγγίζεις* Χάιδευε.
Σ' αισθάνομαι περισσότερο.
Μην συζητάς* Κοίταζε.
Σε καταλαβαίνω εντονώτερα.
Μην σκέφτεσαι* Ονειρέψου.

Έλα κοντά μας, πλησίασέ μας
κάτσε δίπλα μας.
Ναι, με μας που όλοι κατηγόρησαν
Με μας που όλοι με περιφρόνηση
κοίταξαν.
Και πάρε από μας την απλότητα,
την ειλικρίνια, και την αγνότητα
που όλοι ασπάστηκαν μα δεν άγγιξαν.

Τι κι' αν είμαστε ουτοπιστές.....
                 -----

Με την ίδια ευκολία
που θυμόμαστε όταν μιλάμε
θα πρέπει και όταν
σιωπούμε να ξεχνάμε.
                 -----

Σε μια στροφή κάποιος ήταν κρυμμένος.
Και με χτύπησε.
Και έχασα το κουράγιο μου.
Και είπα ποτέ πια να μην ξαναστρίψω.
Και πήγαινα όλο ευθεία,
όσπου έπεσα μέσα στον τεράστιο λάκο
που δεν είχα προσέξει.
Και μένω ακίνητος.
Και είδα ένα αστέρι έτοιμο να πέσει
Και είπα μια ευχή "βοήθεια, αλλαγή"....

.....και το αστέρι έπεσε επάνω μου.
                  -----

Μπορείς να αντλήσεις δύναμη από ένα λουλούδι;
Μπορείς να πάρεις κουράγιο από το πέταγμα ενός πουλιού;
Μπορείς να αισθανθείς ελεύθερος αναπνέοντας καθαρό αέρα;
Αν ναι έχεις κερδίσει. Έχεις κερδίσει την ζωή,
την αγάπη, την χαρά. Και κάτι ακόμη.
Νίκησες την μοναξιά και την απογοήτευση.
Νίκησες τον θάνατο.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Δικαίωμα στην αγάπη...~ Νίκος Εγγονόπουλος



Η μόνη μου γαλήνη είναι ότι αυτό το δικαίωμα να σ’ αγαπώ μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής, δεν μπορεί να μου το αμφισβητήσει και να μου το αφαιρέσει κανείς. Σ’ αγαπώ.

Από τα πολλά όμως, τα πάρα πολλά που έχω να σου πω, άφησε να σου πω τουλάχιστον πως δεν υπάρχει πιο μεγάλη ευτυχία, στον κόσμο, προ πάντων για άνθρωπο άκρως και αυστηρά απόλυτο, από του να σ’ αγαπά...
 
Και γιατί και μόνο κοντά σου είναι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Γιατί εσύ είσαι η Ευτυχία, η Χαρά, η Ζωή. Βρίσκω κάθε τι άλλο τέλεια αδιάφορο...
 
Κι είμαι κοντά σου, είμαι κοντά σου, είμαι πολύ κοντά σου, σου λέω, πάντα, παντού, αλλά τι κρίμα που δεν σ’ αγγίζω, που δεν σε βλέπω...
 
Κι ύστερα η πτώση η ανελέητη, μέσα στην απαίσια ζωή που ζούσα, που ζω, απ’ όπου μ’ έβγαλες για λίγο – και τα ‘χασα με την απέραντη σου καλοσύνη.

Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος ~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ



Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω,
μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.

Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.

Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω,
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.

Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.

Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.

Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Ιεροί Πόθοι...



Στα απύθμενα πηγάδια της ζωής ξεδιψώ τις σκέψεις, τις ενοχές μου και το ψεγάδι των νυχτερινών μου λόγων. Σκιρτήματα των νεκρών μου ονείρων με ταλανίζουν και ζητούν δικαίωση κάθε που το σκοτάδι με τυλίγει. Με την ανατολή πια χάνονται, αφήνοντάς μου σαν τιμωρία μια ζωή που δεν ονειρεύτηκα. Γκρέμισαν, μπάλωσαν, έχτισαν, αναμόρφωσαν τάχα την κακόφημη τούτη γειτονιά. Μα πάλι ο αγοραίος έρωτας αναμοχλεύει περιθωριακούς και καθάριους πόθους στα πεζοδρόμια της οδού. Γελιέται οικτρά ο σοβαροφανής αρχιτέκτονας πως θα νικήσει το αρχαιότερο λειτούργημα, πως θα ξεριζώσει την Ιερή Δούλη του Έρωτα από τα πεζοδρόμια του οίκου της.

Φυλακισμένη στο λείο δέρμα σου πλένω την ψυχή μου με τα απόνερα του μπάνιου σου. Πλήθη σαρκοβόρων μικροβίων κατατρώγουν το δέρμα σου και εμένα μαζί. Μα αν και νιώθεις τον πόνο μου, δεν συγκινείσαι για να με αφήσεις να μπω στην καρδιά σου. Με κρατάς εκεί μονάχα για δερματική χρήση. Ευτραφής αλλά αθέατος κινείσαι στις σκεπές των ουράνιων αστεριών. Ανθεκτικός, ισχυρός αλλά και ανέφικτα απραγματοποίητος εριδιαβαίνεις με τα λιπόσαρκα αισθήματα σου δείχνοντας πλήρης.

Μα ξέρεις πως γνωρίζω την έσχατη ένδεια της ψυχής σου, τα γλοιώδη σ’ αγαπώ που αντάλλαξες με τα άστρα για έχεις τούτη την προνομιακή θέα. Μην θυσιάζεις όλα σου τα σ' αγαπώ για μερικά κρεβάτια. Φύλαξε και μερικά μπας και συναντήσεις τον μεγάλο έρωτα στην γωνία και έχεις να τον κεράσεις μονάχα πολυχρησιμοποιημένη σάρκα, προβαρισμένους οργασμούς και ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα. Και αν τελικά ο έρωτας δεν έρθει ποτέ, κράτα ρε φίλε ένα Σ' αγαπώ ανόθευτο για την πάρτη σου.

Σκαρώνω ένα ψέμα για να αντέξω την κλειδαριά που έχω βάλει στους ανθρώπους. Τάχα πληγώθηκα παλιά, τάχα είχα άσχημα παιδικά χρόνια, τάχα φταίει ο πλησίον. Πώς να παραδεχτώ πως ούτε τον εαυτό μου αντέχω πια, πως ούτε μαζί του δε κάνω ανακωχή.

Ο ήχος από το γέλιο σου χίμαιρα να με ψυχώνει, κάθε που ο φόβος ριζικό μου γίνεται. Εσύ γελάς και εγώ ανασαίνω σαν μέρα που γεννιέται από αστραπή, σαν μοίρα που ορίζεις εσύ. Στο όρια του επιτρεπτού η κτηνωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ανίδεος τιμονιέρης της ζωής του, ο άνθρωπος, παρασυρόμενος από την οργιάζουσα φαντασία πώς υπερασπίζεται τα θέλω του. Σκλάβος των υλικών και εγχρήματων απολαύσεων. Αυταπόδεικτη σάρκα, αγνοούμενη ντροπιασμένη ψυχή.

Μακριά σκαριά, τσακισμένα στέκουν στην ακρογιαλιά της ψυχής μου. Αλάργα θωρώ φρεγάτες να αρμενίζουν και έρωτες να βουλιάζουν από προσκρούσεις σε όνειρα. Φτηνοπράματα τα λόγια σου, φο μπιζού πολυτελείας που κερδίζουν μοναχά όσους δεν έχουν δει πραγματικό διαμάντι. Μη γελάς. Θαρρείς πως θαμπώθηκα από τον επιτηδευμένο ερωτά σου και από τα κονσερβοποιημένα σ’ αγαπώ σου; Εσύ καλέ μου γελάστηκες και νόμιζες πως είσαι μεγάλος εραστής.

Γελάστηκες από τις πνιχτές μου ανάσες, από τα βαριά μου βογκητά, από τα παθιασμένα μου μάτια και από τους προσποιητούς μου οργασμούς. Αξιοθέατο η ψυχή μου. Γόνιμη στις κολακείες, ψευδώνυμη στην πραγματικότητα,απροσπέλαστη σε όνειρα, θανάσιμα δειλή, ανώνυμη μέσα στην επωνυμία της, κλαίει την ερημιά της παγκόσμιας αχρειότητας, της τίμιας υποδούλωσης.

Πρωτοφανέρωτα… Ισχυρά……Αμέρωτα… Ασβεστά….Ζωντανά…. Αθέατα…Αυστηρά…. Εύηχα..Αναντικατάστατα…. Δυνατά…Αφηρημένα….. Στεγνά…Θεμελιώδη… Φυσικά…Περιπαιχτικά… Αναλλοίωτα…Ολοκληρωτικά… Μονοδιάστατα…Διάχυτα… Συνήθη…
Τόσα μα τόσα πολλά επίθετα αναμένουν να χαρακτηρίσουν τα σ’ αγαπώ που ακόμη δεν μου είπες...

Κονσερβοποιημένη διασκέδαση αδειανών ψυχών σε χλιδάτες τρώγλες. Κυνηγημένα φλερτ και άηχες λέξεις να υφαίνουν το κέφι του προδομένου ονείρου. Σαβούρες υφασμάτων στο στυλ της πάντα επαναλαμβανόμενης μόδας και των πάντα επαναλαμβανόμενων προσδοκιών. Ανταλλαγή υγρών και αναπνοών, στιγμιαία πάθη και αλκοολούχοι έρωτες. Σαββατόβραδα δικά μου, δικά σου.. Σαββατόβραδα όλων μας….

Μου ήρθε με mail ένα χαμόγελο σου και η είδηση πως με λησμόνησες. Με ξέχασες και έσπευσες να μου το ανακοινώσεις. Αχ, αυτές οι αντιφάσεις του έρωτα σου... Τι το θες το mail; Αν με λησμόνησες ρίξε μια μαύρη πέτρα πίσω σου και άντε στο καλό. Οι ανακοινώσεις σε μάραναν και μάλιστα ηλεκτρονικά... Πόσο ανώριμος και εγωιστικός ο έρωτας σου...

Μαριονέτα στα χέρια σου λες και ο θεός με έπλασε για να σου χαρίζω ηδονή. Αδυνατώ να ελευθερωθώ από τα δεσμά της ερωτικής, βάναυσης, καταστροφικής αγάπης σου. Δεμένη στο σαλόνι ακούω το τικ τακ του ρολογιού και το τικ τακ της καρδιάς μου. Τικ Τακ, Τικ Τακ γεμίζω την ύπαρξη μου με πυρίτιδα. Τικ Τακ, Τικ Τακ τοποθετώ τον ωρολογιακό μηχανισμό. Τικ Τακ, Τικ Τακ προγραμματίζω το σώμα μου να εκραγεί στα χεριά σου. Στο σαλόνι το τικ τακ του ρολογιού συμβαδίζει με την καρδιά μου. Έρχεσαι με αγκαλιάζεις και εκρήγνυμαι… Πια είμαστε αιώνια φυλακισμένοι στο Τικ Τακ του αιώνιου χρόνου.

Μαζί, κάθε μέρα μαζί συναντάμε μνημόνια για να μας χωρίσουν. Το φεγγάρι μας συντροφεύει και τα αστέρια καρφιά στερεώνουν την ύπαρξη μας στο σήμερα. Η σοδειά των λέξεων πλούσια καθημερινά. Η σοδειά των πράξεων πάντα υστερεί. Στο σήμερα ζούμε εγώ και εσύ μαζί, και αν χαθούμε θα γίνουμε και εμείς λέξεις απλές, ανούσιες, εύκολες. Θα γίνουμε μια σοδειά άδεια από έρωτα...

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Ο πληθυντικός αριθμός ~ Κική Δημουλά



Ο έρωτας:  Όνομα ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν. Eνικού αριθμού, γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός:  Οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.


Ο φόβος:  Όνομα ουσιαστικόν, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός:  Οι φόβοι.
Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα.


Η μνήμη:  Κύριο ονομάτων θλίψεων, ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.


Η νύχτα:  Όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού, ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός:  Οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.


Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Βάφομαι...



Βάφομαι. Είμαι μπροστά από τον καθρέφτη και προσπαθώ η εικόνα που αντικρίζω να είναι τέλεια. Με αποσπούν σκέψεις, χιλιάδες σκέψεις που μονομαχούν στην αρένα του μυαλού μου για το ποιά θα ακουστεί πιο δυνατά, πιο καθαρά, πιο γρήγορα. Μα δεν σταματώ, απλά τις ακούω και συνεχίζω να βάφομαι. Θέλω να βλέπεις επάνω μου το κάθε τι προσεγμένο. Με κάθε στρώση από την μαύρη μου μάσκαρα προσπαθώ να μαντέψω τι θα σκεφτείς όταν με δεις.


Πάω να ντυθώ. Θα φορέσω το φόρεμα που αγόρασα χθες. Είμαι σίγουρη πως θα το λατρέψεις, σε ξέρω τόσο καλά, βλέπεις... Αυτή την φορά πηγαίνω μπροστά από τον ολόσωμο καθρέφτη στο δωμάτιο μου να δω αν μου πηγαίνει το φόρεμα, αν όλα είναι εντάξει. Κοιτάζω τα μάτια μου και θυμάμαι τα δικά σου…


Όταν το βλέμμα σου αντίκρισε το δικό μου και αντίστροφα, ο χρόνος έπαιζε με την στιγμή. Ανάμεσα στα παιχνίδια της αμηχανίας και του φλερτ βρήκες το θάρρος να με πλησιάσεις τόσο, που ένιωθα την ανάσα σου στο πρόσωπό μου. Με πλησίασες τόσο προσεγμένα - λες κι ήταν όλα προκαθορισμένα - και συνάμα τόσο άδοξα και ακόμα πιο άδοξο ήταν το τέλος ή έτσι τουλάχιστον νόμιζα.


Η φωνή μέσα μου, μού έλεγε ξεκάθαρα να αποτραβηχτώ, να μην αναζητήσω τα χείλη σου με την ίδια επιμονή που αναζητούσες τα δικά μου. Μα η έλξη μεταξύ μας ήταν σχεδόν όμοια με την έλξη των πλανητών όπως ερμηνεύεται στο βαρυτικό πεδίο. Άλλωστε κι εμείς είμαστε δυο σωματίδια μέσα στο αβυσσαλέο σύμπαν επομένως η αμοιβαία έλξη θα ήταν αναπόφευκτη. Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει τον "Νόμο της Παγκόσμιας Έλξης" του Νεύτωνα;


Ό,τι ακολούθησε, έγινε γρήγορα σχεδόν δεν το κατάλαβα. Έγινες κομμάτι της καθημερινότητας μου, του εαυτού μου, της καρδιάς μου και ακόμα δεν το ξέρει κανείς. Κράτησα το όμορφο, αυτό το δικό μας, δεν ξέρω πώς να το πω, έχει άραγε όνομα; Όπως και να ‘χει το κράτησα για μας. Δεν είναι ακόμα στιγμή να το πούμε και στους άλλους. Είναι; Η ζωή θα μας πει. Στο εμπόριο των σκέψεων μου εσύ είχες μονοπώλιο από εκείνη την νύχτα και έπειτα. 


Τι και αν προσπαθούσα μάταια να αυξήσω τον ανταγωνισμό,  κατάφερνες και κέρδιζες ενάντια σε κάθε μου προσπάθεια. Όλες οι νύχτες για εσένα μου μιλούσαν και από τότε μαγεμένες θαρρείς, μόνο για σένα μου μιλούν. Πάει καιρός που φτιάχνω στα αστέρια μονοπάτια για να έρθω να σε δω. Και όταν σε βλέπω καταλαβαίνω τον ορισμό της σιγουριάς, της πληρότητας. Και όλα αυτά από μια απλή στιγμή. Τόσο ξαφνικά, τόσο περίεργα, τόσο μοιραία. Ξέρεις πως το φεγγάρι ούτε λέξη δεν μου λέει πια; Ζηλεύει. Δεν με νοιάζει όμως, έχω εσένα…




Άλλαξες τον κόσμο μου, τον τρόπο σκέψης, την διάθεση μου και όλα όσα πίστευα για δεδομένα. Και όλα αυτά χωρίς να το καταλάβω. Ακόμα δεν το καταλαβαίνω. Αψηφάς κάθε φυσικό νόμο, παντός είδους λογική...


Βάφομαι. Τώρα βάζω κραγιόν, θέλω τα χείλη μου να είναι λαμπερά την ώρα που θα σου εκμυστηρεύονται πως σε αγαπούν. Θυμάσαι που με ρώτησες γιατί οι γυναίκες φοράνε κραγιόν; Ψέματα… «γιατί βάζουν οι γυναίκες κραγιόν κάθε τρεις και λίγο μου λες;» έτσι με ρώτησες γεμάτος απορία.  «Για να αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια στα χείλη των αγαπημένων τους» σου απάντησα και έκανες πως με κοιτάς με θαυμασμό.


Βάφτηκα. Ανυπομονώ να σε δω. Έχει ζέστη, τόσο ζέστη. Μου είπες να μην βαφτώ, να είμαι άνετα. Μα θέλω όλα να είναι προσεγμένα επάνω μου όταν με κοιτάς.


Σ’ αγαπώ. Θα το ζωγραφίσω απόψε με το κραγιόν μου στα χείλη σου...